JA Teline V - шаблон joomla Форекс
24
Thu, Oct

Ευγενία Κριτσέφσκαγια

Αφιερωμένο στα 105 χρόνια του Μάνου Κατράκη

Τον Ιούνιο του 1980 μόλις είχα τελειώσει και παρουσιάσει την πτυχιακή εργασία, και περιμένοντας τον πάπυρο, παρέμενα στην καλοκαιρινή, άδεια την παραμονή των Ολυμπιακών Αγώνων Μόσχα. Όταν με πήραν τηλέφωνο από το Σοβιετικό Πρακτορείο Συγγραφικών Δικαιωμάτων και κάλεσαν να δουλέψω επί τρεις βδομάδες με μια αντιπροσωπεία Ελλήνων ηθοποιών, σκέφτηκα να αρνηθώ, γιατί ήθελα να ξεκουραστώ από τους ξέφρενούς ρυθμούς των τελευταίων πανεπιστημιακών μηνών. Αν το είχα κάνει, θα ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής μου.

Τον Οκτώβρη του 2014 συμπληρώνονται 90 χρόνια από το θάνατο του Ποιητη

(1873-1924)

(Από το βιβλίο Νεκρόπολις του Βλαντισλάφ Χοντασέβιτς)

Σορέντο, 1924
Μετάφραση Ευγενία Κριτσέφσκαγια

βαλέρι_μπτιούσοφΌταν τον συνάντησα για πρώτη φορά, ήταν γύρω στα είκοσι τέσσερα, κι εγώ μόλις ένδεκα. Πήγαινα στο ίδιο γυμνάσιο με τον μικρότερο αδερφό του. Η εμφάνισή του κλόνισε την εικόνα που είχα για τους ανθρώπους της «ντεκαντάνς».

 Αντί για γυμνό και αναμαλλιασμένο τύπο με μωβ μαλλιά και πράσινη μύτη (έτσι παρουσίαζαν τους εκπροσώπους της ντεκαντάνς οι γελοιογράφοι της εφημερίδας «Νόβοστι Ντνιά» («Ειδήσεις της ημέρας»), αντίκρισα έναν σεμνό, νεαρό άνδρα με κοντό μουστακάκι, κοντοκουρεμένο, με συνηθισμένο σακάκι και χάρτινο γιακά. Τέτοιοι νεαροί δούλευαν σε ψιλικατζίδικα της οδού Σρέτενκα. Έτσι ακριβώς απεικονίζει τον Μπριούσφ η φωτογραφία του στο Α΄ τόμο των έργων του των Εκδόσεων Σίριν.
Αργότερα, φέρνοντας στη μνήμη τον νεαρό Μπριούσοφ, συνειδητοποίησα, πως όλη η οξύτητα των ποιημάτων του της εποχής εκείνης ήταν αποτέλεσμα μίξης του παρακμιακού εξωτισμού με τον αγαθότατο μοσχοβίτικο μικροαστισμό. Μίξης υπερβολικά πικάντικης, με θραύσματα μυτερά και χτυπητή παραφωνία, όμως ακριβώς γι’ αυτό το λόγο τα πρώιμα βιβλία του (μέχρι και το Tertia Vigilia) ήταν τα καλύτερα και δυνατότερά του. Όλες αυτές οι τροπικές φαντασίες ξετυλίγονταν στις όχθες του ποταμού Γιάουζα, και όλες αυτές οι αξίες επαναπροσδιορίζονταν στην περιοχή της Σρέτενκα. Ακόμα και σήμερα πολύ περισσότερο από τον διάσημο Μπριούσοφ αγαπώ εκείνον τον «άγνωστο, περιγελασμένο, παράξενο» συγγραφέα του Chef d’ œuvre. Μ’ αρέσει πως αυτός ο θρασύς νεαρός, ήταν ικανός να πετάξει παρεμπιπτόντως:
Μισώ την πατρίδα, --
και την ίδια στιγμή μπορούσε να περιμαζέψει από το δρόμο ένα ψωριάρικο γατάκι, και με περίσσια φροντίδα να το κανακεύει στη τσέπη του, απαντώντας ταυτόχρονα στις ερωτήσεις του καθηγητή, που τον εξέταζε.

***

Ο παππούς του Μριούσοφ ονόματι Κουζμά, γεννημένος δουλοπάροικος, εξελίχθηκε σε πετυχημένο έμπορα στη Μόσχα. Σε μεγαλέμπορα μάλιστα. Εμπορευόταν εισαγόμενο φελλό. Μετά απ’ αυτόν η επιχείρηση πέρασε στον γιο του Αβίβα, κι αργότερα – στα εγγόνια, τα Αβιβάκια. Η επιγραφή στα γραφεία της εταιρίας σε μια από τις παρόδους μεταξύ των οδών Ιλίνκα και Βαρβάρκα, κρεμόταν ακόμα το φθινόπωρο του 1920. Τα παράθυρα της εμπορικής του επιχείρησης κοιτούσαν κατευθείαν ή λίγο λοξά στα παράθυρα το συμβολαιογραφείου του Π.Α. Σοκολόφ. Εκεί, στις αρχές της δεκαετίας του 90΄ με την προτροπή του Μπριούσοφ γίνονταν οι πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Παρακολούθησα μια από τις τελευταίες, στις αρχές του 1905. Ήταν σκοτεινά και βαρετά. Όταν φεύγαμε, ο Μπριούσοφ είπε:
-Κάποτε θα μελετήσουν τις πνευματιστικές δυνάμεις, και ίσως θα τις αξιοποιήσουν στην τεχνολογία, όπως τον ατμό ή τον ηλεκτρισμό.
Πάντως εκείνη την εποχή ο ενθουσιασμός του Μπριούσιφ για τον πνευματισμό άρχισε να φθίνει, και πιθανόν διέκοψε τη συνεργασία του με το περιοδικό «Ρέμπους». (Εβδομαδιαίο περιοδικό εκδιδόταν από το 1881, στην αρχή σαν φυλλάδιο με αινίγματα και  εικονογρίφους, αργότερα έγινε όργανο των πνευματιστών και μέντιουμ – σημ. της μτφ. )
Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά η επιχείρηση που εμπορευόταν φελλό του Κουζμά Μπριούσοφ, πέρασε μόνο στον Αβίβα. Γιατί ο Κουζμά αποφάσισε να ρίξει το δεύτερο του γιο, τον Γιάκοφ Κουζμίτς; Πιστεύω πως ο Γιάκοφ Κουζμίτς κάτι του είχε κάνει. Ήταν απελευθερωμένος, ιπποδρομιάκας, ονειροπόλος, πήγε στο Παρίσι και έγραφε ποιήματα. Έκανε και τακτικές σπονδές προς τιμή του Διόνυσου. Εγώ τον γνώρισα ήδη ηλικιωμένο, με θάμνο από γκρίζες τούφες στο κεφάλι και χιλιοφορεμένη ρεντιγκότα. Ήταν παντρεμένος με τη Ματριόνα Αλεξάνδροβνα Μπακούλινα, πολύ καλή γυναίκα, λιγάκι παράξενη, μαστόρισσα να πλέκει δαντέλες και να παίζει πρέφα. Η ιστορία των παντρολογημάτων και του γάμου του Γιάκοφ Κουζμίτς ο γιος του περιγράφει στο αφήγημα Η εκπαίδευση της Ντάσας. Ο ίδιος ο Βαλέριος Γιακοβλεβιτς υπέγραφε τα άρθρα του με το ψευδώνυμο «Β. Μπακούλιν». Τις περισσότερες φορές ήταν άρθρα σε πολεμικό ύφους, και, όπως έλεγαν, το κύριο μέρος τους αποτελούσαν τα argumenta baculma.
Εκτός του ότι ο Κουζμά Μπριούσοφ δεν άφησε στον Γιάκοφ Κουζμίτς κάποιο μερίδιο στην εμπορική επιχείρηση, τον προσπέρασε επίσης και σ’ εκείνο το σημείο της διαθήκης, που αφορούσε το σπίτι στο βουλεβάρτο Τσβετνόι (Ανθέων), απέναντι από το τσίρκο του Σολομόνσκι. Το σπίτι αυτό πέρασε απευθείας στα εγγόνια του διαθέτη - στον Βαλέριο και τον Αλέξανδρο Γιάκοβλεβιτς. Εκεί ζούσε όλη η οικογένεια έως και το φθινόπωρο του 1910. Εκεί απεβίωσε ο Γιάκοβ Κουζμίτς, το Γεννάρη του 1908. Η Ματριόνα Αλεξάνδροβνα έζησε μετά το θάνατο του άνδρα της άλλα δεκατρία χρόνια.
Το σπίτι του βουλεβάρτου Ανθέων ήταν παλιό, άβολο, με σοφίτες και προσθήκες, με μισοσκότεινα δωμάτια και ξύλινες σκάλες, που έτριζαν. Είχε μια μικρή σάλα, το κεντρικό μέρος της οποίας χώριζαν από τα πλαϊνά οι δυο αψίδες. Δυο ημιστρόγγυλες στόφες ακουμπόυσαν τις αψίδες. Στα πλακάκια τους διασταυρώνονταν οι σκιές - οι βεντάλιες των μεγάλων λατανιών και το μπλε των παραθύρων. Αυτές οι λατάνιες, οι στόφες και τα παράθυρα προσφέρουν μια ρεαλιστική αποκρυπτογράφγηση σε ένα από τα πρώιμα ποιήματα του Μπριούσοφ, που εκείνη την εποχή θεωρήθηκε άκρον άωτων της ανοησίας:

Σκιά των αδημιούργητων δημιουργιών
Μες στον ύπνο τρεμοσβήνει,
Σαν τις λεπίδες των λατανιών
Στον τοίχο εμαγιέ...
Ανατέλλει ο μήνας γυμνός
Δίπλα στη μπλε σελήνη.....
(την λεπτομερή ανάλυση αυτού του ποιήματος έχω δημοσιεύσει το 1914 στο περιοδικό «Σοφία». Μετά απ’ αυτό ο Μπριούσοφ μου είπε:
- Πολύ ενδιαφέρουσα η ερμηνεία σας. Τώρα θα τα λέω κι εγώ. Μέχρι τώρα δε καταλάβαινα, τί έγραψα.
Γέλαγε, όταν μου το έλεγε και κοιτούσε στα μάτια μου με το δικό του γελαστό και πονηρό βλέμμα: ήξερε, πως δε θα τον πιστέψω, και δεν τον ένοιαζε κιόλας.  Χαμογέλασα και χωρίσαμε. Το ίδιο βράδυ είπε σε κάποιον με δυνατή φωνή, για να τον ακούσω:
-    Να, μιλούσαμε σήμερα με τον Β.Φ. για τους οιωνοσκόπους...
(Σαφώς και δε μιλούσαμε για οιωνοσκόπους).
Στη σάλα, δίπλα στον τοίχο ήταν ένα πιάνο. Ακουμπισμένες στους τοίχους - οι βιεννέζικες καρέκλες. Κρέμονταν δυο-τρεις μαυρισμένοι πίνακες με χρυσες κορνίζες. Η σάλα χρησίμευε και σαν τραπεζαρία. Στη μέση, πάνω στο τραπέζι με επέκταση, σκεπασμένο με καρό τραπεζομάντιλο, εμφανιζόταν μια γαβάθα, που μύριζε λαχανόσουπα. Ο Γιάκοβ Κουζμίτς έβγαινε από τη δική του μισοσκότεινη κάμαρα κρατώντας στα χέρια την περιβόητη καράφα με κονιάκ. Με τρεμάμενο χέρι, κρατώντας το σφηνάκι πάνω από το πιάτο, έχυνε το κονιάκ στη λαχανόσουπα. Χώνοντας βαθιά το κουτάλι, τσιμπούσε λάχανο, ανακάτευε τη σούπα. Μουρμούριζε ένοχα:
-Δεν πειράζει, θα τα φαμε όλα μαζί.
Και έπινε, τσουγκρίζοντας το σφηνάκιτου με κείνο του γαμπρού του, μακαρίτη πια, Μπ.. Καλιούζνι.
Ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς σπάνια επισκεπτόταν το διαμέρισμα των γονιών του. Στην ίδια οικία είχε το δικό του διαμερίσμα, όπου ζούσε με την γυναίκα του, Ιωάννα Ματβέγιεβνα, και την αδερφή της, Μπρονισλάβα Ματβέγιεβνα Ρουντ, η οποία ένα φεγγάρι διετέλεσε γραμματέας του «Ζυγού» και του «Σκορπιού». (*Λογοτεχνικά περιοδικά της Μόσχας, που διήυθυνε ο Μπριούσοφ – σημ της μτφ.).
Η επίπλωση του διαμερίσματός πλησίαζε στυλ μοντέρν. Μικρό γραφείο του Μπριούσοφ ήταν γεμάτο ράφια με βιβλία. Εξαιρετικά περιποιητικός με τους επισκέπτες του, ο Μπριούσοφ, που ο ίδιος δε κάπνιζε εκείνη την εποχή, κρατούσε στο γραφείο σπίρτα. Πάντως, για να προλάβει την αφηρημάδα των επισκεπτών, έδενε το μεταλλικό σπιρτόκουτο με κορδονάκι. Στους τοίχους του γραφείου και της τραπεζαρίας κρέμονταν οι πίνακες του Σεστιόρκιν (Σεστιόρκιν  Μιχαήλ Ιβάνοβιτς (1866- 1908), ενός από τους πρώτους Ρώσους ζωγράφους της ντεκαντανς, και τα σχέδια του Φιδούς (γερμανός ζωγράφος Hugo Hoppener 1868-1948 – σημ. μετ), του Μπρουνελέσκι (Filippo Brunelleschi, 1377-1446), του Φεοφιλάκτοφ (Φεοφιλάκτοφ Νικολάι Πετρόβιτς, 1878-1941) και άλλων. Ο Μπριούσοφ δεν ήταν μεγάλος γνώστης της ζωγραφικής, όμως είχε τις προτιμήσεις του. Από όλους τους ζωγράφους της Αναγέννησης ξεχώριζε για κάποιους λόγους τον Τσίμα ντα Κανελιάνο (Cima da Conegliano, 1459 – 1517)

Κάποτε στο διαμέρισμα αυτό οργανώνονταν οι περίφημες Τετάρτες, όπου καθορίζονταν οι μοίρες, αν όχι του πανρωσικού, τουλάχιστον του μοσχοβίτικου μοντερνισμού. Έφηβος έχω ακούσει γι’ αυτές τις συγκεντρώσεις, αλλά δεν τολμούσα ούτε να ονειρευτώ, πως θα πατούσα κάποτε το πόδι μου σ’ αυτό το ιερό. Μονάχα το φθινόπωρο του 1904, πρωτοετής φοιτητής, πήρα από τον Μριούσοφ γραπτή πρόσκληση. Καθώς έβγαζα το παλτό μου στο χωλ, άκουσα τη φωνή του οικοδεσπότη:
-Πολύ πιθανόν, για κάθε ερώτηση δεν υπάρχει μια, αλλά μερικές αληθινές απαντήσεις, μπορεί και οκτώ. Υποστηρίζοντας μια αλήθεια, απερίσκεπτα αγνοούμε άλλες επτά.
Αυτή η σκέψη αναστάτωσε υπερβολικά έναν από τους φιλοξενούμενους, έναν ωραίο, γαλανομάτη φοιτητή με χνουδωτά ξανθά μαλλιά. Όταν έμπαινα στο γραφείο, ο φοιτητής σαν να χόρευε, σαν να πετούσε πάνω-κάτω στο δωμάτιο, μιλούσε με εύθυμη συγκίνηση, μια με μπάσα φωνή, μια με ψηλό μεσόφωνο, μια σχεδόν καθήμενος κάτω, μια ανεβαίνοντας στις μύτες των ποδιών (Με τα χρόνια αυτά τα χαρακτηριστικά αναπτύχθηκαν και προς το τέλος της ζωής του πήραν ελαφρώς μορφή καρικατούρας. Εδώ πιθανόν εκδηλώθηκε η ομοιότητά του με τον πατέρα του. Συγκρ. τις αναμνήσεις του καθηγητή Ν. Ι. Σταροζίλοφ). Ήταν ο Ανδρέι Μπέλι. Εκείνο το βράδυ τον είδα για πρώτη φορά. Ένας άλλος προσκεκλημένος, φοιτητής επίσης, γεμάτος, με κόκκινα μάγουλα μελαχρινός νεαρός, καθόταν σταυροπόδι στη πολυθρόνα. Ήταν ο Σ.Μ. Σολοβιόφ. Άλλους προσκεκλημένους δεν είχε: οι «Τετάρτες» εκείνη την εποχή ήδη παρήκμαζαν.
Στη τραπεζαρία, την ώρα του τσάι, ο Μπέλι διάβαζε (ή καλύτερα– τραγουδούσε) τους στίχους του, που αργότερα, διορθωμένοι, συμπεριλήφθησαν στη συλλογή Πέπελ (Στάχθες):
Πίσω μου ένα θορυβώδες άστυ, Κρατούμενοι, Ζητιάνοι. Υπήρχε κάτι το αφάνταστα γοητευτικό στον τότε τρόπο της απαγγελίας και σε όλη την εμφάνισή του. Μετά τον Μπέλι ο Σ.Μ. Σολοβιόφ διάβασε το ποίημα που του έστειλε ο Μπλοκ, Περιμένω το θάνατο στην αυγή. Ο Μπριούσοφ έκρινε πολύ αυστηρά την τελευταία στροφή. Μετά διάβασε κι ο ίδιος δυο καινούργια ποιήματά του: Ο Αδάμ και η Εύα και Ορφέας – στη Ευριδίκη. Μετά ο Σολοβιόφ διάβασε τα δικά του ποιήματα. Ο Μπριούσοφ έκανε λεπτομερή ανάλυση των στίχων. Η ανάλυση ήταν καθαρά τυπική. Δεν αφορούσε το νόημα των ποιημάτων, και ο Μπριούσοφ σαν να τόνιζε, ότι τα αντιμετωπίζει ως μαθητικές ασκήσεις και τίποτε παραπάνω. Αυτή η δασκαλίστικη στάση απέναντι σε τέτοιους αυτόνομους ποιητές, όπως εκείνη την εποχή ήταν ήδη ο Μπέλι κι ο Μπλοκ, με εξέπληξε και με σοκάρισε. Αλλά όπως καταλαβαίνω, την ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή.

Η συζήτηση συνεχιζόταν την ώρα του τσάι. Δε συνήθιζαν, απ’ ό, τι παρατήρησα, να αναλύουν τα ποιήματα του ίδιου του Μπριούσοφ. Έπρεπε να προσλαμβάνονται ως επιταγές. Τέλος, συνέβη αυτό που φοβόμουν. Ο Μπριούσοφ μου πρότεινε να διαβάσω «τα δικά μου». Τρομοκρατημένος, αρνήθηκα.
Την πρώτη δεκαετία του αιώνα ο Μπριούσοφ ήταν ηγέτης των μοντερνιστών. Ως ποιητή πολλοί τον θεωρούσαν κατώτερο του Μπαλμόντ, του Σολογκούμπ και του Μπλοκ. Όμως ο Μπαλμόντ, ο Σολογκούμπ και ο Μπλοκ ήταν πολύ λιγότερο επαγγελματίες λογοτέχνες από τον Μπριούσοφ. Εκτός αυτού, κανένας τους δεν ασχολήθηκε τόσο σχολαστικά με το ζήτημα της θέσης του στη λογοτεχνία. Ο Μπριούσοφ ήθελε να φτιάξει ένα «κίνημα» και να γίνει ηγέτης του. Γι’ αυτό η δημιουργία της «φάλαγγας» και ο ρόλος του ηγέτη της, το βάρος του πολέμου με τους αντιπάλους, η οργανωτική κι η τακτική δουλειά – όλα αυτά έπεφταν στους ώμους του Μπριούσοφ.
Δημιούργησε το Σκορπιό και το Ζυγό και κυριαρχούσε εκεί, έκανε την πολεμική, σύναπτε συμμαχίες, κήρυττε πολέμους, ένωνε και χώριζε, συμφιλίωνε και προκαλούσε καυγάδες. Κινώντας τα φανερά και τα μυστικά νήματα, αισθανόταν καπετάνιος κάποιου λογοτεχνικού πλοίου και έκανε τη δουλειά του με μέγιστη επαγρύπνηση. Στην αναζήτηση εξουσίας και στο αρχηγιλίκι, εκτός από την φυσική κλίση, τον εξανάγκαζε το αίσθημα ευθύνης για την τύχη του πλοίου. Μερικές φορές το πλήρωμα επαναστατούσε. Ο Μπριούσοφ το επανέφερνε στη τάξη με μια επιτακτική κραυγή, αλλά καμιά φορά αναγκαζόταν σε υποχωρήσεις «συνταγματικού» χαρακτήρα. Όμως, με πλεκτάνες εντός του δικού του «κοινοβουλίου» κατάφερνε να διαλύσει την επανάσταση ή να την παραλύσει, πράγμα που μόνο ενίσχυε την κυριαρχία του.
Η έννοια της ισότητας ήταν παντελώς άγνωστη στον Μπριούσοφ. Ίσως τον επηρέαζε το μικροαστικό περιβάλλον, απ’ όπου προερχόταν.
Ένας μικροαστός απείρως πιο εύκολα λυγίζει την πλάτη του απ’ ό, τι, για παράδειγμα ένας αριστοκράτης ή ένας εργάτης. Γι’ αυτό και η επιθυμία να προσβάλλει τους άλλους με κάθε ευκαιρία κατακλύζει έναν ευτυχισμένο μικροαστό πολύ συχνότερα απ’ ό, τι έναν αριστοκράτη ή έναν εργάτη.
«Όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα», «Άλλα τα μάτια του λαγού κι άλλα της κουκουβάγιας», αυτές τις ιδέες ο Μπριούσοφ μετεμφύτεψε στις λογοτεχνικές σχέσεις απευθείας από το βουλεβάρτο Ανθέων. Ο Μπριούσοφ ήξερε είτε να δίνει εντολές είτε να υποτάσσεται. Όποιος έδειχνε ανεξάρτητος, αποκτούσε έναν παντοτινό εχθρό στο πρόσωπο του Μριούσοφ. Ό νεαρός ποιητής, που δεν επισκεπτόταν τον Μπριούσοφ για να μάθει τη γνώμη του και να πάρει την έγκρισή του, μπορούσε να είναι σίγουρος, ότι ο Μπριούσοφ δε θα τον συγχωρέσει ποτέ. Παράδειγμα – η Μαρίνα Τσβετάγιεβα. Μόλις εμφανιζόταν κάποιος φιλικός εκδοτικός οίκος είτε περιοδικό, όπου ο βασικός ρόλος δεν ανήκε στον Μπριούσοφ, εκείνος έβγαζε διάταγμα, που απαγόρευε ρητά στους συνεργάτες του Σκορπιού να συμμετέχουν σ’ αυτήν την έκδοση ή περιοδικό. Έτσι σταδιακά απαγορεύθηκε η συμμετοχή στο Γρίφο, αργότερα – στην Τέχνη και το Πέρασμα.
Η εξουσία έχει ανάγκη από σκηνικά. Η ίδια γεννάει τη δουλικότητα. Ο Μπριούσοφ προσπαθούσε να περιστοιχίζεται από δουλοπρέπεια, και – δυστυχώς – έβρισκε τους κατάλληλους ανθρώπους. Οι εμφανίσεις του ήταν πάντα θεαματικές. Στις προσκλήσεις ποτέ δεν απαντούσε με ένα «ναι» ή ένα «όχι», αφήνοντας τους ανθρώπους να περιμένουν και να ελπίζουν. Δεν εμφανιζόταν ποτέ στην καθορισμένη ώρα. Στην αρχή πάντα εμφανίζονταν πρόσωπα της ακολουθίας του. Θυμάμαι καλά πως μια φορά το 1905, σ’ ένα από τα «λογοτεχνικά» σπίτια, οι οικοδεσπότες και οι προσκεκλημένοι επί μιάμιση ώρα ψιθύριζαν, μαντεύοντας: θα’ ρθει; δε θα’ ρθει;
Κάθε καινούργιος επισκέπτης περνούσε από ανάκριση:
-    Ξέρετε, αν έρθει ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς;
-    Τον έχω δει χτές. Μου είπε, πως θα έρθει.
-    Και εμένα σήμερα το πρωί μου είπε, πως είναι απασχολημένος.
-    Κι εμένα σήμερα στις τέσσερις μου είπε, πως θα έρθει.
-    Τον είδα στις πέντε. Δε θα’ ρθει.
Ο καθένας προσπαθούσε να δείξει, ότι γνώριζε τις προθέσεις του Μπριούσοφ καλύτερα από τους άλλους, ότι έστεκε κοντύτερα από τους υπόλοιπους στον Μπριούσοφ.
Επιτέλους ο Μπριούσοφ εμφανιζόταν. Κανείς δε του μιλούσε πρώτος! Του απαντούσαν μόνο εφόσον τους απηύθυνε το λόγο ο ίδιος
Οι αναχωρήσεις του ήταν εξίσου μυστηριώδεις: εξαφανιζόταν ξαφνικά. Γνωστό είναι το περιστατικό, όταν πριν φύγει από το σπίτι του Αντρέι Μπέλι, ο Μπριούσοφ έσβησε τη λάμπα, αφήνοντας τους παρευρισκόμενους στο σκοτάδι. Όταν το φως άναψε ξανα, ο Μπριούσοφ έλειπε. Την άλλη μέρα ο Μπέλι έλαβε τους εξής στίχους:
«Ο Λόκι – στον Μπαλντέρ*:
Όμως ο τελευταίος βασιλιάς του σύμπαντος,
Το σκοτάδι, το σκοτάδι – είναι υπέρ μου!»
(*Ο Μπαλντέρ και ο Λόκι – θεοί της σκανδιναβικλης μυθολογίας, όπου ο Λόκι με δόλο σκοτώνει τον αγαπημένο όλων των θεών και ανθρώπων, τον Μπαλτνέρ- σημ. της μτφ.)

***
Είχε πολύ χαρακτηριστικό τρόπο να δίνει το χέρι του. Έκανε κάτι περίεργες κινήσεις. Ο Μπρούσοφ άπλωνε στον άνθρωπο το χέρι του. Ο άνθρωπος άπλωνε το δικό του. Τη στιγμή, που τα χέρια έπρεπε να σμίξουν, ο Μπριούσοφ τραβούσε απότομα το χέρι του πίσω, μάζευε τα δάκτυλα σε γροθιά και τη γροθιά έσφιγγε στο δεξί του ώμο και με χαμόγελο, που αποκάλυπτε τα δόντια του, κάρφωνε τα μάτια του στο κρεμασμένο στον αέρα χέρι του γνωστού του. Κατόπιν το χέρι του Μπριούσοφ κατέβαινε εξ’ ίσου απότομα και άρπαζε το απλωμένο χέρι. Η χειραψία ολοκληρωνόταν, όμως το κενό, έστω και λίγων δευτερολέπτων, προκαλούσε σύγχυση. Ο άνθρωπος πίστευε, ότι βιάστηκε να του δώσει το χέρι του. ¨Έχω παρατηρήσει, ότι αυτό το αλλόκοτο κόλπο ο Μριούσοφ έκανε μόνο στις αρχές της γνωριμίας και ιδιαίτερα συχνά – με τους αρχάριους ποιητές, τους επαρχιώτες, που επισκέπτονταν τη Μόσχα, και με το «καινούργιο αίμα» στη λογοτεχνία και τους λογοτεχνικούς κύκλους.
Γενικά, συνδύαζε με έναν τρόπο περίεργο την εκλεπτυσμένη ευγένεια (τυπική, πάντως) με την αγάπη να συμμορφώνει, να χαλιναγωγεί, να εκφοβίζει. Οι δυσαρεστημένοι παραμερίζονταν. Όσοι αποδέχονταν αυτήν τη συμπεριφορά, αποτελούσαν την υπάκουα ακολουθία του, την οποία ο Μριούσοφ δεν δίσταζε να χρησιμοποιεί για να ενισχύσει την επιρροή του, την εξουσία και τη γοητεία του. Μερικοί γίνονταν ανείπωτα δουλοπρεπείς. Μια φορά, μάλλον το 1909, καθόμουν στο καφενείο στο βουλεβάρτο Τβερσκόι μαζί με τον Α.Ι. Τινιακόφ, που έγραφε μέτρια ποιήματα με το ψευδώνυμο «Μοναχικός». Ο συνομιλητής μου, ολίγον μεθυσμένος, έβγαλε ένα μακρόσυρτο λόγο, και στο τέλος είπε κυριολεκτικά το εξής:
-Εγώ, Βλαντισλάβ Φελιτσιάνοβιτς, τον Θεό τον έχω για φτύσιμο! (Σ’ αυτό το σημείο έφτυσε καθόλου συμβολικά στο πράσινο τετράγωνο του χρωματιστού παραθύρου). Μου αρκεί ότι υπάρχει ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς, δόξα και τιμή του, τον προσκυνώ!
Ο Γκουμιλιόφ μου διηγήθηκε, πως αυτός ο Τινιακόφ, στην Πετρούπολη, κάποια στιγμή κοιτάζοντας τον Νέβα, αναφώνησε εκστασιασμένος:
-Κοιτάξτε, κοιτάξτε! Ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς βαδίζει από την άλλη όχθη πάνω στα ύδατα!

***
Δεν αγαπούσε τους ανθρώπους γιατί, πρώτα απ’ όλα δε τους σεβόταν. Έτσι ήταν τουλάχιστον στην εποχή της ωριμότητάς του. Έφηβος, όπως φαίνεται αγαπούσε τον Κονεβσκόι (*Ιβάν Ορεούς, ψευδώνυμο Κονεσκόι – 1877-1901, ρώσος ποιητής, ένας από τους θεμελιωτές του συμβολισμού- σημ. της μτφ). Έβλεπε με καλό μάτι την Ζ. Ν. Γκίππιους (*Ζηναίδα Γίππιους – ρωσίδα ποιήτρια, σημαντική μορφή του Αργυρού αιώνα, 1869-1945 σημ. της μτφ.). Κανέναν άλλο δεν μπορώ να θυμηθώ. Η αγάπη του για τον Μπαλμόντ, την οποία τόνιζε επανειλημμένως, δεν μπορεί να λογίζεται αγάπη. Στην καλύτερη περίπτωση ήταν η έκπληξη του Σαλιέρι μπροστά στον Μότσαρτ. Του άρεσε να αποκαλεί τον Μπαλμόντ αδερφό.
Ο Μ. Βολόσιν μια φορά είπε, ότι η παράδοση αυτών των αδερφικών συναισθημάτων έχει ρίζες στη βαθιά αρχαιότητα - στον Κάιν. Στα νιάτα του ίσως αγαπούσε επίσης τον Αλεξάντρ Ντομπρολιούμποφ, αλλά αργότερα, όταν εκείνος αφιερώθηκε στον χριστιανισμό και τον ναροντνικισμό, ο Μπριούσοφ σταμάτησε να τον ανέχεται. Ο Ντομπρολιούμποφ έκανε ζωή πλανόδιου. Καμιά φορά έφτανε στη Μόσχα και μερικές μέρες ζούσε στου Μπριούσοφ: με τη Ναντέζντα Γιάκοβλεβνα, αδερφή του Μριούσοφ, τον συνέδεαν κάποιες θρησκευτικές ιδέες. Ήταν χορτοφάγος, περπατούσε με μαγκούρα και αποκαλούσε όλους αδέρφια.
Μια φορά συνάντησα τον Μπριούσοφ σε κάποιο λογοτεχνικό σύλλογο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ο Μπριούσοφ έπαιζε Chemin de fer, πράγμα που μου έκανε εντύπωση.
- Τι να κάνουμε, μου είπε, είμαι πλέον άστεγος, έχουμε στο σπίτι τον Ντομπρολιούμποφ.
Γύριζε στο σπίτι μόλις έφευγε ο Ντομπρολιούμποφ.
Ο Μπορίς Σαντοβσκόι, άνθρωπος έξυπνος και καλός, που πίσω από το συγκρατημένο και ξερό ύφος έκρυβε πολύ καλή καρδιά, αγανακτούσε με την ερωτική λυρική ποίηση του Μπριούσοφ, αποκαλώντας την «ποίηση του κρεβατιού». Εδώ δεν είχε δίκαιο. Στον ερωτισμό του Μπριούσοφ υπήρχει βαθιά τραγικότητα, όχι όμως οντολογική, όπως ήθελε να πιστεύει ο ίδιος, αλλά ψυχολογική: δεν αγαπούσε και δεν εκτιμούσε τους ανθρώπους, και ποτέ δεν ερωτεύθηκε καμιά απ’ αυτές που έτυχε να «μοιράζονται την κλίνη» μαζί του. Οι γυναίκες των στοίχων του Μπριούσοφ μοιάζουν μεταξύ τιυς σαν δυο σταγόνες νερό: αυτό συμβαίνει, επειδή δεν αγάπησε, δεν ξεχώρισε, δε γνώρισε καμιά απ’ αυτές. Πιθανόν, τιμούσε πραγματικά τον έρωτα, αλλά δεν έδινε σημασία στις ερωμένες του.
Σαν τους ιερείς,
Ποιούμε την τελετή... -
λόγια τρομακτικά, γιατί, αν πρόκειται για «τελετή», είναι αδιάφορο με ποιον την τελείς.
«Ιέρεια του έρωτα» - τα αγαπημένα λόγια του Μπριούσοφ. Αλλά το πρόσωπο της ιέρειας είναι κλειστό, δεν έχει καν ανθρώπινο πρόσωπο. Η μια ιέρεια μπορεί εύκολα να αντικατασταθεί από μιαν άλλη – «η τελετή» δε αλλάζει. Και μη καταφέρνοντας, μη μπορώντας να ανακαλύψει άνθρωπο σε όλες αυτές τις «ιέρειες», ο Μπριούσοφ αναφωνεί με φρίκη:
Τρέμοντας, σφίγγω το πτώμα!

Και ο έρωτας του πάντα καταλήγει σε μαρτύριο:

Που βρισκόμαστε; Στην κλίνη του πάθους
Ή στη ρόδα του θανάτου;

***

Αγαπούσε τη λογοτεχνία, και μόνο αυτήν. Τον εαυτό του αγαπούσε επίσης, αλλά μόνο για χάρη της. Πράγματι, εκτελούσε με ιερή ευλάβεια τους όρκους, που έδωσε στον εαυτό του στα εφηβικά χρόνια: «μην ερωτεύεσαι, μη συμπονάς, να λατρεύεις απεριόριστα τον εαυτό σου – και να προσκυνάς την τέχνη, μόνο αυτήν, απόλυτα, άσκοπα». Αυτή η άσκοπη τέχνη ήταν το ίνδαλμά του, στο όνομά της θυσίασε μερικούς ζωντανούς ανθρώπους, και – πρέπει να του αναγνωρίσουμε – τον εαυτό του. Η λογοτεχνία φάνταζε σαν μια άσπλαχνη θεότητα, που αιώνια διψά για αίμα. Προσωποποίησή της ήταν το εγχειρίδιο λογοτεχνίας. Ένα τέτοιο επιστημονικό τούβλο ο Μπριούσοφ μπορούσε να προσκυνάει σαν να ήταν κάποια ιερή πέτρα, η προσωποποίηση του Μίτρα. Το Δεκέμβρη του 1903, την ημέρα, που έκλεισε τα τριάντα, μου είπε:
- Ζω για να γραφτούν για μένα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας δυο σειρές. Και θα γραφτούν.
Μια φορά η μακαρίτισσα ποιήτρια Ναντέζντα Λβόβα του είπε, πως κάποια από τα ποιήματά του δεν της άρεσαν. Ο Μπριούσοφ χαμογέλασε με το μοχθηρό, γνωστό σε πολλούς χαμόγελό του, αποκαλύπτοντας τα δόντια, και απάντησε:
-Θα τα αποστηθίζουν όμως στα Γυμνάσια, και κάτι τέτοια κοριτσάκια σαν κι Εσάς, θα τημωρούνται, αν δε τα μάθουν.
Δεν ήθελε «άφθαρτο» μνημείο στις καρδιές των ανθρώπων. «Στους αιώνες», κόντρα σε όλους, ήθελε να καρφωθεί: με δυο σειρές στην ιστορία της λογοτεχνίας (με μαύρα γράμματα σε άσπρο χαρτί), με κλάμα των παιδιών, τιμωρημένων για την άγνοια της ποίησης του Μπριούσοφ, και με χάλκινο ξόανο στο βουλεβάρτο Ανθέων.

Η σχέση του με την Νίνα Πετρόφσκαγια ήταν βασανιστική και για τους δυο, αλλά η πλευρά που υπέφερε χειρότερα ήταν η Νίνα. Ολοκληρώνοντας τον «Πύρινο Άγγελο», ο Μπριούσοφ αφιέρωσε το βιβλίο στη Νίνα και στο αφιέρωμα έγραψε «σ’ εκείνη που αγάπησε πολύ και πέθανε από έρωτα». Ο ίδιος πάντως δεν ήθελε να πεθάνει. Αφού εξάντλησε το θέμα και σε επίπεδο ζωής και σε επίπεδο λογοτεχνίας, ήθελε να απομακρυνθεί, να επιστρέψει στην οικογενειακή θαλπωρή, στα ροδοψημένες, παχιές καροτόπιτες, που ήταν αδυναμία του και που έφτιαχναν τα οικεία, περιποιητικά χέρια της γυναίκας του. Την επιθυμία του να διακόψει τη σχέση ο Μπριούσοφ συνήθως εκδήλωνε με επιτηδευμένη σκληρότητα.
Με τη Νίνα ήμασταν πολύ φίλοι. Οι κουτσομπόληδες της Μόσχας ισχυρίζονταν, ότι ήμασταν κάτι παραπάνω από φίλοι. Εμείς γελούσαμε, και πρέπει να ομολογήσω, δίναμε τροφή στα κουτσομπολιά – από ζαβολιά. Γνώριζα και έβλεπα τα βάσανα της Νίνας και μίλησα δυο φορές στον Μπριούσοφ γι’ αυτό το θέμα. Τη δεύτερη φορά τον προσέβαλα τόσο πολύ, που, απ’ ό, τι γνωρίζω, δεν το ομολόγησε ούτε στην Νίνα. Πάψαμε να χαιρετιόμαστε. Πάντως, έξι μήνες αργότερα, χάρη στη Νίνα, η διένεξή μεταξύ μας αμβλύνθηκε. Προσποιηθήκαμε, ότι δεν υπήρξε καν.
Το φθινόπωρο, μετά από μια βαριά ασθένεια, η Νίνα αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Μόσχα για πάντα. ‘Έφτασε η μέρα της αναχώρησής της, η 9η Νοεμβρίου. Πήγα στο σταθμό Αλεξάνδροφσκι. Η Νίνα καθόταν ήδη στο κουπέ, δίπλα στον Μπριούσοφ. Στο δάπεδο ήταν ανοιχτό μπουκάλι κονιάκ (το «εθνικό» ποτό των συμβολιστών της Μόσχας). ‘Έπιναν από το μπουκάλι, κλαίγοντας και αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον. Ήπια κι εγώ και δάκρυσα. Σαν να αποχαιρετούσαμε έναν φαντάρο. Η Νίνα και ο Μπριούσοφ ήξεραν, ότι χώριζαν για πάντα. Αποτελειώσαμε το μπουκάλι. Το τρένο ξεκίνησε. Εγώ κι ο Μριούσοφ βγήκαμε από το σταθμό, μπήκαμε στο έλκυθρο και φτάσαμε μες στην απόλυτη σιωπή ως το Μεγάλο Μοναστήρι. Ήταν γύρω στις πέντε. Εκείνη την ημέρα η μητέρα του Μπριούσοφ είχε την ονομαστική της γιορτή. Ενάμιση χρόνο πριν το περίφημο σπίτι του βουλεβάρτου Ανθέων πωλήθηκε, και ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς νοίκιασε ένα πιο άνετο διαμέρισμα στην οδό Πέρβαγια Μεσάνσκαγια, 32 (όπου και πέθανε). Η μητέρα του, Ματριόνα Αλεξάνδροβνα, μαζί με κάποια άλλα μέλη της οικογένειας, μεταφέρθηκε στην οδό Πρετσίστενκα, κοντά στο Ναό της Κοιμήσεως. Το βράδυ μετά την αναχώρηση της Νίνας, πήγα να χαιρετήσω τη μητέρα του Μπριούσοφ.
Ήρθα γύρω στις 10. Όλοι ήταν ήδη εκεί. Η εορτάζουσα έπαιζε πρέφα με τον Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς, με τη γυναίκα του και με την Ευγενία Γιάκοβνλεβνα.
Σπιτίσιος, οικείος, ευδιάθετος, ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς, που μεταξύ του σταθμού και της γιορτής, πρόλαβε να κουρευτεί και ακόμα μοσχοβολούσε vegetal, λουσμένος με το απαλό φως των κεριών, μου είπε, χαμογελώντας και κοιτάζοντάς με στα μάτια:
-    Βλέπετε υπό πόσο διαφορετικές συνθήκες ξανασυναντιόμαστε σήμερα!
Δε μίλησα. Τότε ο Μπριούσοφ άνοιξε απότομα τα φύλλα του σαν βεντάλια, και σαν να μου έλεγε: «Δε καταλαβαίνετε από αστεία!», με ρώτησε απότομα:
-    Εσείς τί θα κάνατε στη θέση μου, Βλαντισλάβ Φελιτσιάνοβιτς;
Η ερώτηση αφορούσε τάχα την τράπουλα, αλλά είχε και μεταφορική έννοια. Κοίταξα τα φύλλα του Μπριούησοφ και απάντησα:
-    Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να παίξετε καρό.
Και μετά από μια μικρή παύση συμπλήρωσα:
-Και να ευχαριστήσετε τον Ύψιστο, αν τη γλιτώσετε φθηνά.
-    Τότε θα παίξω επτά σπαθί.
Κι έπαιξε.

***

Στη ζωή μου έχω παίξει πολύ, έχω συναντήσει πολλούς παίκτες, ερασιτέχνες και επαγγελματίες. Πιστεύω, ότι το παιχνίδι λεει πολλά για έναν άνθρωπο, όπως και ο γραφικός του χαρακτήρας. Και δε μιλάω για χρήματα. Ο τρόπος που παίζουν, πως μοιράζουν τα φύλλα, πως τα σηκώνουν από το τραπέζι, όλο το στυλ του παιχνιδιού. Όλα αυτά αποκαλύπτουν σ’ ένα έμπειρο έμπειρο παίκτη τον παρτενέρ του στο παιχνίδι. Πρέπει να πω, ότι οι έννοιες «καλός παρτενέρ» και «καλός άνθρωπος» δεν συμπίπτουν εν τέλει: μάλλον σε κάποια σημεία είναι αντίθετες. Ο καλός ο άνθρωπος καμιά φορά δεν υποφέρεται στα χαρτιά, από την άλλη, παρατηρώντας έναν άριστο παρτενέρ, σκέφτεσαι, ότι στη ζωή καλύτερα να μένεις όσο γίνεται μακριά του.
Στα τυχερά παιχνίδια ο Μπριούσοφ έπαιζε - πως να το πω καλύτερα – όχι ακριβώς δειλά, αλλά βλακωδώς, φτηνά, αποκαλύπτοντας την έλλειψη φαντασίας, την ανικανότητα να μαντεύει, να διαισθάνεται εκείνο το αλλόκοτο στοιχείο, που ο παίκτης τυχερών παιχνιδιών πρέπει να μάθει να το χειρίζεται, να το εξουσιάζει, όπως ο μάγος εξουσιάζει τα πνεύματα. Ο Μπριούσοφ υποχωρούσε μπροστά στα πνεύματα του παιχνιδιού. Ο μυστικισμός του παιχνιδιού του ήταν απρόσιτος, όπως και κάθε είδος μυστικισμού. Από το παιχνίδι του έλλειπε η έμπνευση. Πάντα έχανε και εκνευριζόταν – όχι για τα λεφτά που έχανε, αλλά επειδή περιπλανιόταν σαν στο δάσος, στα τυφλά, εκεί, όπου οι άλλοι μπορούσαν να διακρίνουν κάτι. Ζήλευε τους τυχερούς παίκτες, όπως κάποτε ζήλευε τους ιππότες της Ωραίας Κυρίας:  ΤΗΝ βλέπουν! ΤΗΝ ακούν!
Ο ίδιος ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε.
Στα «εμπορικά» τυχερά παιχνίδια, όμως – στην πρέφα, το ουίστ - ήταν άπιαστος, τολμηρός, εφευρετικός, πρωτότυπος. Στον κόσμο των υπολογισμών ήξερε να είναι εμπνευσμένος. Η διαδικασία των υπολογισμών τού ήταν ευχάριστη. Το 1916 μου ομολόγησε, ότι καμιά φορά λύνει «πρός τέρψιν» αλγεβραϊκά και τριγωνομετρικά προβλήματα από το εγχειρίδιο Γυμνασίου. Αγαπούσε τον πίνακα ολοκληρωμάτων. Εκφώνησε έναν ολόκληρο λογίδιο, επαινώντας το κεφάλαιο, αφιερωμένο σε αντιμεταθέσεις και συνδυασμούς.
Στην ποίηση αγαπούσε επίσης τις «αντιμεταθέσεις» και τους «συνδυασμούς». Με απαράμιλλη εμμονή και εργατικότητα, επί χρόνια ολόκληρα, έγραφε βιβλίο, που δεν το τελείωσε ποτέ και δε θα μπορούσε να το τελειώσει. Ήθελε να γράψει μια σειρά από ποιητικές απομιμήσεις, συνονθυλεύματα, που να εμπεριείχαν δείγματα από την «ποίηση όλων των εποχών και εθνών»! Το βιβλίο θα είχε μερικές χιλιάδες ποιήματα. Ήθελε μερικές χιλιάδες φορές να σφάξει τον εαυτό του στο βωμό της αγαπημένης του Λογοτεχνίας – στο όνομα «όλων των εξαντλημένων δυνατοτήτων», από δέος απέναντι στις αντιμεταθέσεις και στους συνδυασμούς
Στο βιβλίο «Όλες οι μελωδίες» (χτισμένο σύμφωνα με το παραπάνω σχέδιο) έναν κύκλο ποιημάτων σχετικά με διαφορετικούς τρόπους αυτοκτονίας, και ρωτούσε επίμονα τους γνωστούς τους, αν γνώριζε κανέις κάποιους άλλους τρόπους, που «ξέφυγαν» από το κατάλογό του.
Σύμφωνα με το ίδιο σύστημα «εξάντλησης των δυνατοτήτων» έγραψε και ένα άλλο, φρικτό βιβλίο «Εμπειρίες» - μια συλλογή άψυχων δειγμάτων όλων των μέτρων και στροφών. Χωρίς να αντιλαμβάνεται τη ρυθμική του φτώχεια, περηφανευόταν για το μετρικό πλούτο του βιβλίου.
Πόσο χάρηκε όταν ανακάλυψε, ότι στη ρωσική λογοτεχνία δεν υπάρχει ποίημα γραμμένο με καθαρό πρώτο παιωνικό ρυθμό! Και πόσο ειλικρινά στεναχωρήθηκε, όταν του είπα, ότι έχω ένα τέτοιο ποίημα, που δημοσιεύθηκε μάλιστα, αλλά δεν συμπεριλήφθηκε στη συλλογή μου.
-    Και γιατί δεν συμπεριλήφθηκε, παρακαλώ; με ρώτησε.
-    Ήταν κακό,  απάντησα.
-    Θα ήταν όμως το μοναδικό δείγμα στην ιστορία της ρωσικής λογοτεχνίας!
Μια άλλη φορά δεν ήτον στεναχώρησα εγώ. Εκτός τις κοινές ομοιοκαταληξίες smiert’- zert’ –tvert’, βρήκε και μια τέταρτη – umilosert’ – και έγραψε αμέσως ένα σονέτο. Του έδωσα τα συγχαρητήρια, όμως ο Σ. Β. Σερβίνσκι, που ήρθε εκείνη τη στιγμή, του είπε, ότι umilosert’ υπάρχει ήδη – στον Βιατσεσλάφ Ιβάνοφ. Ο Μπριούσοφ «έσβησε» αμέσως και σαν να συρρικνώθηκε.

***

Πιθανόν, τα πάντα στη ζωή είναι μόνο μια αφορμή
Για τα φωτεινά μελωδικά ποιήματα...

Αυτό το δίστιχο του Μπριούσοφ χρησιμοποιήθηκε ως τσιτάτο άπειρες φορές. Θα αναφερθώ σε ένα περιστατικό, που δεν σχετίζεται άμεσα μ’ αυτούς τους στίχους, αλλά με τη σκέψη που εκφράζουν.
Στις αρχές του 1912 ο Μπριούσοφ μού γνώρισε μια νέα ποιήτρια, την Ναντέζντα Γρηγόριεβνα Λβόβα, με την οποία επιδίωξε να κάνει σχέση μετά την αναχώρηση της Νίνα Πετρόφσκαγια.
Αν δεν κάνω λάθος, τού γνώρισε την Λβόβα μια ηλικιωμένη κυρία, που στις αρχές του αιώνα φιγουράριζε στα ποιήματά του.
Η Νάντια Λβόβα δεν ήταν ωραία, αλλά δεν ήταν κι άσχημη. Οι γονείς της ζούσαν στην πόλη Σέρπουχοφ, η ίδια σπούδαζε στη Μόσχα. τα ποιήματά της ήταν πολύ νωπά, πολύ υπό την επήρεια του Μπριούσοφ. Αμφιβάλλω, αν είχε μεγάλο ποιητικό ταλέντο. Όμως ήταν έξυπνη, απλή, φιλική, σεμνή κοπέλα. Καμπούριαζε πολύ και είχε ένα μικρό ελάττωμα: δενμπορούσε να προφέρει καλά το γράμμα «κ» και έλεγε «ακ» αντί για «κακ» κ. ο. κ.
Γίναμε φίλοι. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να με φέρει κοντά στον Μπριούσοφ, τον έφερνε σε μένα, ερχόταν μαζί του στο εξοχικό μου. Η διαφορά ηλικίας μεταξύ τους ήταν μεγάλη. Εκείνος «νεάνιζε» ντροπαλά, επιδίωκε να βρίσκεται στις παρέα νεαρών ποιητών. Έγραψε συλλογή ποιημάτων σε στιλ Ίγκορ Σεβεριάνιν και την αφιέρωσε στην Νάντια. Δε τόλμησε να εκδώσει το βιβλίο με το όνομά του, κι η συλλογή εμφανίστηκε με διφορούμενο τίτλο «Της Νέλλης. Με εισαγωγικό σονέτο του Βαλέρι Μπριούσοφ» Ο Μπριούσοφ υπολόγιζε, ότι οι μη μυημένοι θα εκλάβουν τον τίτλο «Της Νέλλης» ως «Τα ποιήματα, που έγραψε η Νέλλυ». ‘Έτσι κι έγινε: το κοινό, αλλά και πολλοί συγγραφείς έπεσαν στην παγίδα. Στην πραγματικότητα δεν ήταν η γενική, αλλά η δοτική πτώση: «της Νέλλης» σήμαινε «για την Νέλλυ», «αφιερωμένα στην Νέλλη». Ετσι φώναζε ο Μπριούσοφ την Νάντια, όταν βρίσκονταν μόνοι.

Με την Ναντέζντα Λβόβα επαναλήφθηκε εν μέρει η ιστορία της Νίνα Πετρόφσκαγια: εκείνη δεν μπορούσε να συμφιλιωθεί με τη διπλή ζωή του Μπριούσοφ, ανάμεσα σ’ αυτήν και την οικογενειακή φωλιά του. Από το καλοκαίρι του 1913 έγινε πολύ μελαγχολική. Ο Μπριούσοφ συστηματικά την οδηγούσε στη σκέψη του θανάτου, της αυτοκτονίας. Μια φορά η Νάντια μου έδειξε το περίστροφο – δώρο του Μπριούσοφ. Ήταν το ίδιο μπράουνιγκ, με το οποίο η Νίνα πυροβόλησε οχτώ χρόνια πριν τον Ανδρέι Μπέλι. Στα τέλη του Νοεμβρίου, μου φαίνεται στις 23 του μηνός, το βράδυ, η Λβόβα τηλεφώνησε στον Μριούσοφ, ζητώντας να έρθει αμέσως. Εκείνος απάντησε, ότι δεν μπορούσε, ήταν απασχολημένος. Τότε τηλεφώνησε στον Βαντίμ Σερσενέβιτς. «Δεν είμαι καλά. Πάμε στον κινηματόγραφο». Ο Σερσενέβιτς δεν μπόρεσε να έρθει μαζί της – είχε κόσμο. Γύρω στις 11 πήρε τηλέφωνο εμένα – δεν ήμουν σπίτι. Αργά τη νύχτα αυτοπυροβολήθηκε. Μου το ανακοίνωσαν το πρωί.
Μια ώρα αργότερα με πήρε τηλέφωνο ο Σερσενέβιτς και είπε, ότι η γυναίκα του Μριούσοφ ζήτησε να μεσολαβήσω για να μη γράψουν τίποτα οι εφημερίδες. Ο Μπριούοφ δεν με απασχολούσε καθόλου, αλλά δεν ήθελα οι ρεπόρτερ να ανασκαλεύουν την ιστορία της Νάντιας. Συμφώνησα να πάω στις «Ρούσκιγιε Βέντομοστι» («Ρωσικές ειδήσεις») και στο «Ρούσκογιε Σλόβο» («Ρωσικός Λόγος»).
Την Νάντια έθαψαν σ’ ένα φτωχό νεκροταφείο Μιούσκι, την παγωμένη μέρα, με χιονοθύελλα. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Πάνω από το ανοιχτό τάφο, χέρι-χέρι, στέκονταν οι γονείς της Νάντιας, που ήρθαν από το Σέρπουχοφ, γέροι, κοντούτσικοι, εκείνος – με χιλιοφορεμένη χλαίνη με πράσινο ρέλι, εκείνη – με παλιό γούνινο παλτό και πλακουτσωτό καπελάκι. Κανείς δεν τους ήξερε. Όταν έκλεισαν τον τάφο, εκείνοι, όπως ήταν, χέρι-χέρι, πήγαν να χαιρετήσουν τον κόσμο. Με προσποιητό κουράγιο, ψιθυρίζοντας κάτι με τρεμάμενα χείλη, έσφιγγαν τα χέρια, ευχαριστούσαν. Για ποιο πράγμα; Πολλοί από μας ήταν συνυπεύθυνοι για το έγκλημα του Μπριούσοφ: έβλεπαν τα πάντα και δεν έκαναν τίποτα για να σώσουν τη Νάντια. Οι καημένοι γέροι δεν το γνώριζαν. Όταν με πλησίαζαν, έκανα στην άκρη, μη τολμώντας να τους κοιτάξω στα μάτια, μην έχοντας το δικαίωμα να τους παρηγορήσω.
Ο ίδιος ο Μπριούσοφ την επομένη του θανάτου της Νάντιας δραπέτευσε στην Πετρούπολη, και από κει – στη Ρίγα, σε κάποιο σανατόριο. Μετά από κάποιο διάστημα επέστρεψε στη Μόσχα, αφού θεράπευσε το ψυχικό του τραύμα και έγραψε καινούργια ποιήματα, τα περισσότερα από τα οποία ήταν αφιερωμένα σε κάποια καινούργια συνάντηση, του σανατορίου. Την πρώτη Τετάρτη, στη τραπεζαρία του Λογοτεχνικού-Καλλιτεχνικού Συλλόγου «Ελεύθερη Αισθητική», στο δείπνο, όπου παραβρέθηκε «όλη η Μόσχα» -  οι συγγραφείς μετά των συζύγων τους, οι νεαροί ποιητές, οι ζωγράφοι, οι μαικήνες και οι μαικήνισσες – ο Μπριούσοφ πρότεινε ν’ ακούσουν τα νέα του ποιήματα. Όλοι κράτησαν τις αναπνοές τους και όχι άδικα: το πρώτο κιόλας ποίημα ήταν μια διακήρυξη. Δε θυμάμαι τις λεπτομέρειες, θυμάμαι μόνο, ότι ήταν παραλλαγή του θέματος:

Ο νεκρός ας αναπαύεται εν ειρήνη στον τάφο του,
Τη ζωή ας τη χαίρεται ο ζωντανός...

και κάθε καινούργια στροφή άρχιζε με τα λόγια: «Ειρήνη στους αποθανόντες!» Μόλις άκουσα δυο στροφές, σηκώθηκα και πήγα στην πόρτα. Ο Μπριούσοφ σταμάτησε να απαγγέλει. Με αποδοκίμασαν: όλοι καταλάβαιναν περί τίνος πρόκειται, και απαιτούσαν να μη τους χαλάω την ευχαρίστηση.
Όταν βγήκα, μετάνιωσα, που πήγα τότε στο «Ρούσκογιε Σλόβο» και στις «Ρούσκιγιε Βέντομοστι».

***
Ο Μπριούσοφ έτρεφε παθιασμένο, αφύσικό έρωτα για κάθε είδους συνεδριάσεις, και ιδιαίτερα για κείνες, όπου προέδρευε ο ίδιος. Σαν να ιερουργούσε. Αποφάσεις, διορθώσεις, ψηφοφορία, καταστατικό, εδάφιο, παράγραφος – οι λέξεις αυτές χάϊδευαν την ακοή του. Ανοίγω τη συνεδρίαση, κλείνω τη συνεδρίαση, δίνω τον λόγο, αφαιρώ το λόγο «με την εξουσία του προέδρου» να χτυπάει το καμπανάκι, να σκύβει με νόημα προς την γραμματέα – ήταν γι’ αυτόν ηδονή, «θέατρο για τον εαυτό του», προαίσθηση εκείνων των δυο σειρών στην ιστορία της λογοτεχνίας. Την περίοδο 1907-1914 είχε τρεις συνεδριάσεις την ημέρα, που τον αφορούσαν και δε τον αφορούσαν. Στο βωμό των συνεδριάσεων θυσίαζε συνείδηση, φίλους, γυναίκες. Στα τέλη της δεκαετίας του ΄90, ο Μπριούσοφ, που κάποτε δοξάστηκε ως εκπρόσωπος της ντεκαντανς, που σοκάριζε τους μικροαστούς με την αγάπη του για «το αλλόκοτο» και «το φαύλο», αποφάσισε ξαφνικά να βάλει, ως ιδιοκτήτης ακινήτου, την υποψηφιότητά του για βουλευτής της Δούμας της πόλης, της Δούμας της Μόσχας! Ως αρχηγός του Λογοτεχνικού-Καλλιτεχνικού Συλλόγου συνεδρίαζε με τις ώρες με τον μπουφετζή για το θέμα του κύριου πιάτου της επόμενης ημέρας!
Το φθινόπωρο του 1914 αποφάσισε να γιορτάσει τα είκοσι χρόνια της λογοτεχνικής του σταδιοδρομίας. Ο Ι. Ι. Τρογισνόφσκι και η κυρία Νεμένοβα-Λουντς, μουσικός, μπήκαν στην οργανωτική επιτροπή. Σ’ ένα από τα δείπνα, μετά από κάποια συνεδρίαση της «Ελεύθερης Αισθητικής», το κουβέρ του Μπριούσοφ στόλιζε η ανθοδέσμη. Οι οργανωτές της επετείου εκλιπαρούσαν διάφορους ανθρώπους να βγάλουν λόγο. Κανείς δεν ήθελε να πει λέξη – οι καιροί ήταν ακατάλληλοι. Ο Μπριούσοφ αναχώρησε στη Βαρσοβία, σαν πολεμικός ανταποκριτής από τις «Ρούσκιγε Βέντομοστι». Αλλά η ιδέα της επετείου δεν εγκαταλήφθηκε.
Ήταν αντισημίτης. Όταν μια από τις αδερφές του παντρευόταν τον Σ.Β. Κίσσιν, Εβραίο, εκείνος αρνήθηκε κατηγορηματικά να παραβρεθεί στο γάμο, αλλά ούτε και συνεχάρη τους νεόνυμφους, και στο μέλλον ούτε μια φορά δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού τους. Ήταν το 1909. 
Προς το 1914 οι σχέσεις τους κάπως εξομαλύνθηκαν. Ο στρατευμένος Σαμουήλ Βίκτοροβιτς (*Κίσσιν – σημ. μετ.) βρέθηκε ως αξιωματούχος της νοσηλευτικής υπηρεσίας στη Βαρσοβία, όπου ο Μπριούσοφ ζούσε ως πολεμικός ανταποκριτής. Βλέπονταν αραιά και που.
Μετά την αποτυχία της επετείου της Μόσχας, ο Μπριούσιφ αποφάσισε να γιορτάσει τον ευατό του τουλάχιστον στη Βαρσοβία. Κάποιοι Πολωνοί λογοτέχνες συμφώνησαν να τον τιμήσουν. Αργότερα μου έλεγε:
-Οι Πολωνοί είναι αντισημίτες συνεπέστεροι από μένα. Όταν αποφάσισαν να με τιμήσουν, ήθελα να καλέσω τον Σαμουήλ Βίκτοροβιτς, αλλά εκείνοι τον διέγραψαν από τη λίστα, λέγοντας, ότι δε θα κάτσουν στο ίδιο τραπέζι με έναν Εβραίο. Έτσι αρνήθηκα στον εαυτό μου τη χαρά να δω τον Σαμουήλ Βίκτοροβιτς στη επέτειό μου, αν και τους ε’οπα, ότι είναι συγγενής μου και ποιητής. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί στον εαυτό του τη χαρά να γιορτάσει την επέτειο.
Εξ’ ίσου άτυχη επέτειος οργανώθηκε τελικά και στη Μόσχα, το Δεκέμβριο του 1924. Τελέστηκε στο Θέατρο Μπολσόι. Τοιχοκολλήθηκαν αφίσες, όπου ο εορτάζων προσκαλούσε όλους, που επιθυμούσαν να παραβρεθούν. Με μεγαλύτερα γράμματα από το όνομα του ιδίου του Μπριούσοφ έγραφε «συμμετέχει ο Μαξίμ Γκόρκι». Παρόλο που οι διοργανωτές κι ο ίδιος ο Μπριούσοφ ήξεραν πολύ καλά, ότι ο Γκόρκι βρισκόταν εκείνες τις μέρες στο Μαριενμπάντ και δεν επρόκειτο να επιστρέψει στη Ρωσία.
Πώς και γιατί έγινε κομμουνιστής;
Κάποτε ασπαζόταν τις ιδέες των πιο πρόστυχων Μαυροεκατονταρχιτών (*κίνημα ακροδεξιών και αντισημιτών –σ.μ.) Την εποχή του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου συζητούσε για τις μασονικές συνομωσίες και το γιαπωνέζικο χρήμα.
Το 1905 έβριζε τους σοσιαλιστές, εκδηλώνοντας απίστευτη άγνοια. Μια φορά είπε:
-    Ξέρω τι θα πει μαρξισμός: το σύνθημα άρπαζε, ό, τι μπορείς, και το κοινόβιο ανδρών και γυναικών.
Του έδωσαν να διαβάσει το Πρόγραμμα της Ερφούρτης. Το διάβασε και είπε κοφτά:
-Ανοησίες.
Δε γράφω κριτικό άρθρο, αλλά καταγράφω τις αναμνήσεις. Γι’ αυτό θα αναφερθώ εν συντομία, ότι τα «αριστερά» ποιήματα του Μριούσοφ, όπως το περίφημο Στιλέτο, στη ουσία δεν εμπεριείχαν καμιά αριστερή ιδέα. «Ο ποιητής είναι πάντα μαζί με το λαό, όταν μαίνεται η θύελλα» – ήταν το πρόγραμμα λογοτεχνικό, αισθητικό, μα όχι πολιτικό. Ο Καραμζίν στις «Επιστολές ενός Ρώσου περιηγητή» αφηγείται την ιστορία κάποιου αριστοκράτη, που συνδέθηκε με τους Ιακωβίνους. Σε κάθε ερώτηση απαντούσε :
    Que faire ? J aime les - t - troubles. (Τί να κάνουμε; Μ’ αρέσουν οι ταραχές).
Ο αριστοκράτης ήταν κεκές.
Αυτά τα λόγια θα μπορούσαν να μπουν ως επίγραφή για όλα τα ριζοσπαστικά ποιήματα του Μριούσοφ της εποχής του 1904. Ο περίφημος Κτίστης επίσης δεν εξέφραζε τις ιδέες του ποιητή. Ήταν συνονθύλευμα, απομίμηση, μια ποιητική άσκηση, όπως και το παιδικό τραγουδάκι για το μαγικό ραβδάκι, όπως το τροπάρι των ερανιστών («Ελεήστε, ευεργέτες, για μια καινούργια καμπάνα») και άλλοι παρόμοιοι στίχοι. Ο Κτίστης δεν εξέφραζε επίσης τις αντιλήψεις του ιδίου του Μριούσοφ, όπως και το γραμμένο για τον κύκλο «εξάντλησης των θεμάτων και δυνατοτήτων» «Αυστραλέζικο τραγουδάκι»:

Οι Καγκουρό έτρεχαν γρήγορα-
Κι εγώ ακόμα γρηγορότερα.
Η καγκουρό ήταν πολύ χοντρη, κι εγώ την έφαγα.

Η προέλευση του Κτίστη είναι καθαρά λογοτεχνική. Δεν είναι τίποτε άλλο από μια διορθωμένη εκδοχή του ποιήματος που γράφθηκε πριν ακόμα γεννηθεί ο Μπριούσοφ.Μ’ αυτόν τον τίτλο το ποίημα δημοσιεύθηκε στη «Λιούτνια» («Λάουτο»), μια παλιά ξένη συλλογή απαγορευμένων ρωσικών ποιημάτων. Ποιος το έγραψε – δε γνωρίζω.
Ενώ οι σατυρικές στήλες χλέυαζαν τη στροφή του «εστέτ» Μπριούσοφ  προς την «κοινωνία», ο Μπριούσοφ στη σοφίτα του σπιτιού του μάθαινε να χειρίζεται το περίστροφο, «σε περίπτωση που οι στασιαστές αρχίσουν τις λεηλασίες». Στη σύνταξη του Σκορπιού γίνονταν συζητήσεις, για τις οποίες ο Σεργκέι Κρέτσετοφ έγραψε αν όχι λαμπρό, τουλάχιστον εύστοχο ποιηματάκι:

Μαζεύονταν τις Τρίτες,
Συζητούσαν σοφά,
Πογκρόμ οργάνωναν με έναν οδοκαθαριστή
Του «Μετροπόλ»*.
Τόσο συγκινητικά, τις Τρίτες,
Ο Βαλέρι Μπριούσοφ
Εναρμόνιζε τα γούστα του,
Με τα γούστα του οδοκαθαριστή.
.(*Ο εκδοτικός οίκος Σκορπιός βρισκόταν στην αυλή του ξενοδοχείου «Μετροπόλ» -σημ. μτφ)

Την ίδια εποχή ο μικρότερος αδερφός του Μπριούσοφ του έγραψε λατινικούς στοίχους με αφιέρωμα:
Falsas Valerius, duplex lingua! (Ψεύτης Βαλέριος, διπλή γλώσσα)
Το 1913 τον προσκάλεσαν να αναλάβει την επιμέλεια του λογοτεχνικού παραρτήματος της εφημερίδας «Ρούσκαγια Μισλ» («Ρωσική Σκέψη») και κάποια στιγμή από τα χείλη του ακούστηκε το εξής:
- Ως ένας από τους συντάκτες της «Ρούσκαγια Μισλ», πολιτικά συμφωνώ απόλυτα με τον Πετρ Μπερνγκαρντοβιτς (Στρούβε).
Αργότερα, τις παραμονές της Φεβρουαρινής Επανάστασης, στη Τιφλίδα, σε μια δεξίωση, όπου οι Αρμένιοι τον τιμούσαν για την επιμέλεια της ανθολογίας «Η ποίηση της Αρμενίας», ο Μπριούσοφ σηκώθηκε και προς μεγάλη σύγχυση των παραβρισκομένων έκανε πρόποση «στην υγεία του Αυτοκράτορα, Κραταιού Ηγεμόνος του στρατού μας». Αυτό το περιστατικό μου διηγήθηκε ο οργανωτής της δεξίωσης, Π.Ν. Μακιντσιάν, αργότερα συντάκτης του περίφημου «Κόκκινου Βιβλίου της ΤσεΚα» (Εκτελέστηκε το 1937).

***

Ο Μπριούσοφ περιφρονούσε τη δημοκρατία. Η ιστορία του πολιτισμού, που προσκυνούσε, ήταν γι’ αυτόν ιστορία «των δημιουργών», ημίθεων, που στέκονται πάνω από το πλήθος, που το περιφρονούσαν, κι το πλήθος, με τη σειρά του τους μισούσε. Κάθε δημοκρατική εξουσία αντιμετωπιζόταν από τον Μπριούσοφ ως ουτοπία ή ως οχλοκρατία.
Αντιθέτως, κάθε απολυταρχία αντιπροσώπευε γι’ αυτόν τη δύναμη δημιουργική, προστατευτική και ποιούσα πολιτισμό. Ο ποιητής, επομένως, στέκει πάντα στο πλευρό της υπάρχουσας εξουσίας, όποια κι αν είναι – αρκεί να είναι μακριά από το λαό. Ως «κωπηλάτης της τριήρους», αδιαφορούσε για το
ποιόν θα κουβαλάει - τον Καίσαρα ή τον πειρατή.
Όλοι οι ποιητές ήταν αυλικοί: στην εποχή του Αυγούστου, του Μαικήνα, των Λουδοβίκων, του Φρειδερίκου, της Αικατερίνης, του Νικολάου Α΄ κ ο.κ. Ήταν μια από τις αγαπημένες του σκέψεις. Γι’ αυτό ήταν μοναρχικός στην εποχή του
Νικολάου Β΄. Γι’ αυτό όσο έτρεφε τις ελπίδες, ότι η Προσωρινή κυβέρνηση θα «δαμάσει την πλέμπα» και θα επιδείξει «τη σταθερή γροθιά», επεδίωκε να συνεδριάζει σε διάφορες Επιτροπές. Στην προσπάθειά του να στηρίξει τις αρχές της αμυντικής πολιτικής, έγραψε και δημοσίευσε το καλοκαίρι του 1917 ένα μικρό φυλλάδιο με ροζ εξώφυλλο, με τίτλο: «Πώς να τελειώσουμε τον πόλεμο;» και με επιγραφή: Si vis расеm para bellum. Ιδέα του φυλλαδίου ήταν «πόλεμος ως το νικηφόρο τέλος».
Μετά τον «Οκτώβρη», έπεσε σε απελπισία. Στις αρχές του Νοέμβρη συνάντησα στο σπίτι του ποιητή Κ.Α. Λιπσκέροφ μια κυρία, που πάντοτε ξεκινούσε την ομιλία της με τα λόγια: «Ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς λεει, ότι...» Όταν ο οικοδεσπότης βγήκε από το δωμάτιο για να φέρει τσαι, η κυρία κοίταξε φοβισμένα προς την πόρτα και σκύβοντας σε μένα ψιθύρισε: «Ο Βαλέρι Γιάκοβλεβιτς λεει, ότι από δω και πέρα θα μας κυβερνούν οι Εβραίοι».
Εκείνο το χειμώνα δεν έχω συναντήσει ούτε μια φορά τον Μπριούσοφ, όμως μου έλεγαν, ότι έπεσε σε βαθιά μελαγχολία και θρηνεί την μοιραία καταστροφή του πολιτισμού. Μόνο το καλοκαίρι του 1918, μετά τη διάλυση της Ιδρυτικής Συνέλευσης και στο ξεκίνημα της τρομοκρατίας, αναθάρρεψε και δήλωσε κομμουνιστής.
Ήταν όμως απολύτως συνεπής, αφού και πάλι είχε να κάνει με μια «ισχυρή εξουσία», ένα είδος απολυταρχίας. Την προσκύνησε, επειδή την είχε ικανή να τον  προστατεύσει από τον όχλο, την πλέμπα, το λαουτζίκο. Δεν του ήταν δύσκολο να δηλώσει και μαρξιστής: δεν είχε καμιά σημασία τί πρέσβευε η δύναμη την οποία προσκηνούσε, αρκεί να ήταν εξουσία.
Στον κομμουνισμό προσκύνησε μια καινούργια απολυταρχία, που, κατά τη γνώμη του, ήταν μάλλον καλύτερη από τη προηγούμενη, μια και το Κρεμλίνο, τουλάχιστον γι’ αυτόν, ήταν πολύ πιο προσιτό από το Τσάρσκογιε Σελό. Η παλιά απολυταρχία δεν μανατζάριζε επίσημα καμιά αισθητική πολιτική, ενώ η καινούργια σκόπευε να δραστηριοποιηθεί και σ’ αυτόν τον τομέα. Για τον Μπριούσοφ άνοιγε ο δρόμος, που του επέτρεπε ν’ ασκεί άμεση επιρροή στη λογοτεχνική ζωή. Ονειρευόταν, ότι οι μπολσεβίκοι θα του δώσουν την πολυπόθητη δυνατότητα να «κατευθύνει» τη λογοτεχνία με σκληρά, διοικητικά μέτρα. Αν γινόταν αυτό, θα μπορούσε να κυβερνάει τους λογοτέχνες χωρίς ίντριγκες, χωρίς αναγκαστικές συμμαχίες, με μια και μόνο προσταγή. Και πόσεις συνεδριάσεις, πόσα καταστατικά, πόσες αποφάσεις θα είχε! Εκτός αυτού, υπήρχε βάσιμη ελπίδα να γραφτεί κάποτε στην ιστορία της λογοτεχνίας ως άνθρωπος, που «γύρισε το τάδε έτος τη ρωσική λογοτεχνία κατά τόσες μοίρες». Εδώ τα προσωπικά συμφέροντα συνέπιπταν με τις ιδέες.
Το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Οι κομμουνιστές, μόλις κατάφεραν να υποτάξουν τη λογοτεχνία, προτίμησαν να κρατήσουν τη δικτατορία για την πάρτη τους, αντί να τη παραδώσουν στον Μπριούσοφ, που στην ουσία παρέμενε γι’ αυτούς ξένος και αναξιόπιστος. Του παραχώρησαν μερικές λίγο-πολύ σημαντικές θέσεις, όχι όμως κι ιδιαίτερα υπεύθυνες. Υπηρετούσε με θεληματική σχολαστικότητα, χαρακτηριστική γι’ αυτόν γενικώς, με ό, τι κι αν πιανόταν. «Συνεδρίαζε» και «διοικούσε» με όλη του την ψυχή.
Απομακρύνθηκε από το λογοτεχνικό περιβάλλον περισσότερο απ’ ό, τι το περιβάλλον απομακρύνθηκε απ’ αυτόν. Όταν στη Μόσχα ιδρύθηκε η Ένωση των Συγγραφέων, ο Μπριούσοφ τοποθετήθηκε απέναντί της πιο σκληρά και αμείλικτα κι από τους αληθινούς μπολσεβίκους. Θυμάμαι, εντωμεταξύ, μια σχετική ιστορία. Κατά την εξόντωση του Λογοτεχνικο-Καλλιτεχνικού Συλλόγου, κατασχέθηκε η βιβλιοθήκη του, κι ως συνήθως, ξεκίνησε η λεηλασία της. Τα βιβλία βρίσκονταν στη δικαιοδοσία των Σοβιέτ της Μόσχας και η Ένωση των Συγγραφέων ζήτησε να τα πάρει. Ο Κάμενεφ, τότε Πρόεδρος του Σοβιέτ, συμφώνησε. Μόλις το έμαθε ο Μπριούσοφ, διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε τη βιβλιοθήκη για τη ΛΙΤΟ (*Λογοτεχνική Υπηρεσία του Λαϊκού Κομισσσαριάτου Παιδείας – σημ. μετ), εντελώς νεκρό Ίδρυμα το οποίο διοικούσε ο ίδιος. Ήμουν μέλος της Διοίκησης της Ένωσης, και μου ανέθεσαν να πείσω τον Μπριούσοφ να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις του. Σήκωσα το ακουστικό και τον πήρα τηλέφωνο. Με άκουσε κι απάντησε:
-Δεν σας καταλαβαίνω, Βλαντισλάβ Φελιτσιάνοβιτς. Ζητάτε από έναν υπάλληλο να καταπατήσει τα συμφέροντα του Ιδρύματος που υπηρετεί;
Μόλις άκουσα τις λέξεις «υπάλληλος» και «Ίδρυμα που υπηρετεί» έκοψα τη συζήτηση. Η βιβλιοθήκη μεταφέρθηκε στη ΛΙΤΟ.
Δυστυχώς, ο υπαλληλικός ζήλος του Μριούσοφ δεν σταματούσε εδώ. Το Μάρτιο του 1920 αρρώστησα από την πείνα και τη ζωή στο παγωμένο υπόγειο. Αφού έμεινα για δυο μήνες στο κρεββάτι και ανάρρωνα μετά όλο το καλοκαίρι, στα τέλη του Νοεμβρίου αποφάσισα να μετακομίσω στην Πετρούπολη, όπου μου υποσχέθηκαν ένα στεγνό δωμάτιο. Στην Πετρούπολη έμεινα στο κρεββάτι ακόμα για ένα μήνα, αλλά εφόσον κι εκεί συνέχισα να πεινάω, άρχισα να μεριμνώ για τη μεταφορά του μοσχοβίτικου λογοτεχνικού συσσιτίου μου στην Πετρούπολη. Χρειάστηκε να τρέχω τρεις ολόκληρους μήνες, αλλά συνέχεια σκόνταφτα σε κάποιο αόρατο, αλλά αισθητό εμπόδιο. Μόλις δυο χρόνια αργότερα έμαθα από τον Γκόρκι, ότι το εμπόδιο αυτό ήταν κάποιο σημείωμα στο Ακαδημαϊκό Κέντρο της Πετρούπολης, όπου ο Μπριούσοφ ενημέρωνε εντελώς εμπιστευτικά, ότι εγώ είμαι άνθρωπος άκρως αναξιόπιστος. Σημειωτέον, ότι αυτό δεν ήταν καν στα καθήκοντα του ...
Παρά το ζήλο του, οι μπολσεβίκοι δεν τον εκτιμούσαν. Με κάθε ευκαιρία του θύμιζαν την παλιά του σχέση με την «αστική» λογοτεχνία. Οι στίχοι του, γραμμένοι σε πλήρη συμφωνία με τις επιθυμίες των ανωτέρων του, τους ήταν άχρηστοι, γιατί δεν χρησίμευαν για άμεση αγκιτάτσια. Και αυτό, επειδή γράφοντας κατά παραγγελία, στον τομέα της φόρμας ο Μπριούσοφ παρέμενε ελεύθερος. Πιστεύω, ότι μια προσεκτική τυπική μελέτη των κομμουνιστικών ποιημάτων του Μπριοπυσοφ, θα αποκάλυπτε κάποια εντατική εσωτερική εργασία του με σκοπό να σπάσει την παλιά αρμονία, να «αποκτήσει ήχους καινούργιους».
Για να πετύχει αυτό ο Μπριούσοφ πέρασε στη συνειδητή κακοφωνία. Είχε δίκαιο ή άδικο, μπορούσε ή όχι να πέτυχε κάτι – αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Αλλά αυτή ακριβώς η εργασία έκανε τα ποιήματά του υπερεκλεπτυσμένα έως ξύλινα, δύσκολα αφομοιώσιμα, ακατανόητα για άτομα με πρωτόγονη αντίληψη. Όπως και να’ ναι, δεν εξυπηρετούσαν την αγκιτάτσια, και γι’ αυτό ο Μπριούσοφ-ποιητής έμεινε ουσιαστικά στα αζήτητα. ¨Έμενε ο Μπριούσοφ υπαλληλίσκος, τον οποίον έτρεχαν από «πόστο» σε «πόστο», χλευάζοντάς τον συνειδητά ή ασυνείδητα. ¨Έτσι, για παράδειγμα, το 1921, ο Μπριούσοφ υπηρετούσε ταυτόχρονα σε κάποιο υψηλό πόστο στο Κομισσαριάτο Παιδείας και στην εξίσου υψηλή θέση στο ΓΟΥΚΟΝ, δηλαδή στη Γενική Διεύθυνση Εκτροφής Αλόγων (Μπορεί να φανεί αλλόκοτο, αλλά υπήρχε κάποια λογική: τα πρώτα λογοτεχνικά βήματα του Μπριούσοφ στον τύπο ήταν τα δυο άρθρα για τα άλογα σε ένα από τα ειδικά περιοδικά, είτε «Ρισάκ και Σκακούν» («Τροχαστής και Άτι») , είτε «Κοννοζαβόντστβο ι Σπορτ («Εκτροφή Αλόγων και Αθλητισμός»). Ο πατέρας του Μριούσοφ, όπως είπα νωρίτερα ήταν λάτρης των αλόγων, ασχολούταν ερασιτεχνικά με άλογα. Κάποτε είδα τις παιδικές επιστολές του Μπριούσοφ στη μητέρα του, γεμάτα με ιστορίες του Ιπποδρόμου και εντυπώσεις από την επίσκεψή του).
Τί να πεις; Εργαζόταν τίμια κι εκεί, και ακολουθώντας τη ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική* - σημ. μετ.), ξεκίνησε στον Τύπο την εκστρατεία για την αποκατάσταση του Συγκεντρωτή των Στοιχημάτων.
Ο Μπριούσοφ αναμφισβήτητα συνειδητοποιούσε την απόλυτη μοναξιά του. Ένα κοντινό του πρόσωπου μου έλεγε στις αρχές του 1922, ότι  ο Μριούσοφ ήταν πολύ μόνος, μελαγχολικός και καταβεβλημένος.
Απ’ όσο γνωρίζω, ακόμα από το 1908 ήταν εθισμένος σε μορφίνη. Προσπαθούσε να την κόψει, αλλά δε μπορούσε. Το καλοκαίρι του 1911 ο γιατρός Γ.Α. Κοϊράνσκι κατάφερε να τον κάνει να απεξαρτηθεί από τη μορφίνη για ένα διάστημα, αλλά τελικά ούτε αυτός το κατάφερε. Η μορφίνη του έγινε απαραίτητη. Θυμάμαι, το 1917, στη διάρκεια μιας συζήτησης, πρόσεξα, ότι ο Μπριούσοφ σιγά-σιγά έπεφτε σε αφασία, σχεδόν ήταν έτοιμος να αποκοιμηθεί. Κάποια στιγμή σηκώθηκε, βγήκε για μερικά λεπτά στο διπλανό δωμάτιο και επέστρεψε ανανεωμένος.
Στα τέλη του 1919 έτυχε να τον αντικαθιστώ σε μια από τις Υπηρεσίες. Ρίχνοντας μια ματιά στο άδειο συρτάρι του γραφείου του, βρήκα μια βελόνα και ένα απόκομμα εφημερίδας με λεκέδες αίματος. Τα τελευταία χρόνια ασθενούσε πολύ συχνά, ίσως, λόγω δηλητηρίασης.
Μόνος, καταπονημένος, βρήκε όμως και μια αναπάντεχη χαρά. Στο τέλος των ημερών του πήρε στο σπίτι του τον μικρό ανιψιό της γυναίκας του και τον φρόντιζε με τρυφερότητα, όπως κάποτε φρόντιζε το γατάκι. Επέστρεφε σπίτι φορτωμένος με γλυκά και παιχνίδια. Έπαιζε με το αγοράκι κάτω, στο χαλί.
Όταν διάβασα την είδηση του θανάτου του Μπριούσοφ, σκέφθηκα, ότι αυτοκτόνησε. Τον πρόλαβε ο θάνατος, αλλιώς μπορεί και να το έκανε.

"Προς Λήδα"
Σπάρτη, σύζ. Λυκούργου

Αγαπητή μου Λήδα,
Παραμένω βαθιά επηρεασμένη από τη συζήτηση που είχαμε στα Παναθήναια, όπου ο καλός άνεμος σε έφερε από τη μακρινή σου πατρίδα, κάνοντας τόσο δρόμο ολομόναχη.

 

 

 

Μάριος Αναστασίου

Ήθελα να ξεκινήσω αυτό το άρθρο με τι πιστεύω εγώ αναφορικά με την σχέση του άτομου με την κοινωνία. Ύστερα σκέφτηκα πως ξεστομίζοντας την λέξη εγώ, ήδη ξεστόμιζα μια πολυτέλεια που τείνει να εκλείψει. Παρατηρώντας την γύρω πραγματικότητα, έχω την αίσθηση ότι η πεποίθηση της εξάλειψης του άτομου από την κοινωνία, η οποία oμιλεί μονο μέσω αριθμών, είναι ακόμα αισιόδοξη ματιά σε ένα ζοφερό μέλλον. Το άτομο μοιάζει ήδη εξαλειμμένο κάτω από την τεραστία Μηχανή.

 

Μήπως το ερωτικό φίλτρο ήταν κόκα;

Μισώ τη γαλλική λογοτεχνία. Τις τριαντάχρονες σκύλες του Μπαλζάκ, τη νυμφομανή μαντάμ Μποβαρί, τους απίθανους άθλιους του Ουγκό, που μόνο άθλιοι δεν είναι: ας έρθει στο Παρίσι σήμερα, να δει τι θα πει αθλιότητα.

 

 

 

 

Νικολάι Γκογκόλ (1 Απριλίου 1809 - 4 Μαρτίου 1852)

από τη συλλογή «Αραβουργήματα»

1835
Μετάφραση Ευγενία Κριτσέφσκαγια

Ο φτωχός υιός της ερήμου έβλεπε όνειρο:

 

 

 

Γιώργος Ρωμανός

Τα τείχη της Βαβυλώνας ήταν αφύλαχτα· παραδομένα. Οι κρεμαστές γέφυρες κατεβασμένες. Οι εκατό πύλες ορθάνοιχτες. Τις είχε ξεκλειδώσει η φήμη του Αλέξανδρου, η συνεχής φυγή του Δαρείου. Ο Αλέξανδρος, όμως οδηγούσε τους άνδρες του σε τάξη μάχης. Ο ίδιος όπως πάντα στην εμπροσθοφυλακή. Πατούσαν την Βασιλική οδό προς νότο. Βαβυλώνα, Σούσα, Περσέπολη.

 

 

Περισσότερα Άρθρα...

www
Sign up via our free email subscription service to receive notifications when new information is available.