JA Teline V - шаблон joomla Форекс
24
Thu, Oct

«Ich sterbe»

EX LIBRIS
Typography

Βλαντιμίρ Ραστίχιν

110 χρόνια από το θάνατο του Αντόν Τσέχωφ

ξενοδοχείο_ζομμερ_στο_μπαντενβέιλερΤο Μπαντενβέιλερ είναι η λουτρόπολη στο Νότο της Γερμανίας, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία και την Ελβετία. Απαράμιλλης ομορφιάς γερμανικά σπιτάκια με χαρακτηριστική αρχιτεκτονική, μικρά ξενοδοχεία 15-20 δωματίων, ανοιχτή πισίνα με μεταλλικό νερό στη θέση των ρωμαϊκών θερμών λουτρών, πρωτόπλαστη φύση και η άψογη φήμη του ευρωπαϊκού θέρετρου, που κάθε χρόνο προσελκύει χιλιάδες διακοπούχους.

Σήμερα το Μπαντενβέιλερ έχει περίπου 4 χιλιάδες κατοίκους, ενώ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα ήταν δεν ήταν χίλιοι, το 10% από αυτούς - οι Ρώσοι.  Τον τελευταίο καιρό οι Ρώσοι προτιμούν το Μπάντεν-Μπάντεν λόγου του περίφημου καζίνο του.
Εδώ, στο Μπαντενβέιλερ, στις 3 Ιουνίου του 1904, έφτασε κατόπιν σύστασης του θεράποντος γιατρού του ο Αντόν Τσέχωφ, συνοδευόμενος από τη συζυγό του, Όλγα Κνίπερ-Τσέχοβα.  Το Σμολένσκ ήταν η τελευταία ρωσική πόλη, που αντίκρυσε ο μεγάλος συγγραφέας. Μια μικρή στάση ολίγων ημερών στο Βερολίνο, και μετά ξανά με το τρένο και την άμαξα στο Μπαντενβέιλερ.
 Έχουν νοικιάσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο «Ρόμερμπαντ», το πολυτελέστερο στο θέρετρο. Το αναφέρει σήμερα η χρυσή πλάκα στην είσοδο του ξενοδοχείου. Έχει πολύ πλούσια διακόσμηση, όπως είχε και στην εποχή του Τσέχωφ, αλλά δεν γνωρίζουμε, σε ποιο δωμάτιο έμεινε ο συγγραγφέας, μια και όλα τα βιβλία του ξενοδοχείου έχουν καταστραφεί.  Γνωρίζουμε όμως, ότι το ζεύγος Τσέχωφ έμεινε στο «Ρόμερμπαντ» μονάχα μια μέρα και μια νύχτα. Ο Τσέχωφ έβηχε, φτύνοντας αίμα, και ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου του ζήτησε να ψάξει για άλλο καταλυμα για να μην έχει προβλήματα με άλλους ενοίκους.
Ο διάσημος επισκέπτης μετακόμισε στο ξενοδοχείο «Φρεντερίκ».  Σήμερα λειτουργεί με άλλο όνομα, κι εδώ Τσέχωφ έμεινε 11 ημέρες. Αλλά το δωμάτιο δεν του άρεσε: ήταν υγρό και κρύο. Γι΄αυτό αναγκάστηκαν να μετακομίσουν για τρίτη φορά, στο «Ζόμμερ», που στα γερμανικά σημαίνει «καλοκαίρι».
Και το καλοκαίρι του 1904 ήταν πολύ ζεστό. «Η ζέστη εδώ είναι ανυπόφορη, θέλεις να ουρλιάξεις, και επιπλέον δεν έχω καλοκαιρινά ρούχα, λες και πήγα στη Σουηδία. Λένε, ότι παντού κάνει τρομερη ζέστη, τουλάχιστον, στο Νότο», έγραφε ο Τσέχωφ τρεις μέρες πριν πεθάνει, στις 28 Ιουνίου, στον φίλο του από τα φοιτητικά χρόνια, Γ. Ροσσολίμο.
Στο ξενοδοχείο «Ζόμμερ», όπου σήμερα λειτουργεί η κλινική αποκατάστασης των ασθενών μετά τις εγχειρήσεις, οΤσέχωφ έμεινε σε δυο δωμάτια. Στην αρχή – σε ένα μικρό δωμάτιο με τα παράθυρα στον θορυβώδη δρόμο, κάτι που δεν του άρεσε, μετά μετακόμισε στον τρίτο όφορο σε ένα άνετο δωμάτιο №106 με μπαλκόνι, όπου σήμερα υπάρχει μαρμάρινη πλάκα «Εδώ ζούσε ο Άντον Τσέχωφ». Όχι «εδώ πέθανε», αλλά «εδώ ζούσε»...
Λόγω έντονης αδιαθεσίας, ο Τσέχωφ δεν έβγαινε σχεδόν καθόλου από το δωμάτιο, ούτε κατέβαινε για δείπνο. Του άρεσε να κάθεται στο μπαλκόνι και να παρακολουθεί το κτίριο του Ταχυδρομείου, όπου μπανόβγαινε πολύς ντόποιος  και ξένος κόσμος. Αυτό το γεγονός τον συγκινούσε. Σε ένα από τα γράμματα από το Μπαντενβέιλερ έγραφε, ότι αυτή ακριβώς την εικόνα συναντάει κανείς και στην ρωσική επαρχία. Το κτίριο του Ταχυδρομείου δεν υπάρχει πια, αλλά παραμένει η μαρμάρινη πλάκα στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου, που προσανατολίζει τους θαυμαστές του Τσέχωφ. Αυτή η πλάκα ξεκρεμάστηκε στο παρελθόν δυο φορές: την πρώτη φορά στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η Γερμανία και η Ρωσία βρίσκονταν σε πόλεμο, και τη δεύτερη – όταν οι φασίστες ζήτησαν από τον ξενοδόχο «να μαζέψει τον Τσέχωφ».
Όσο ο Τσέχωφ μπορούσε να κινείται, έκαναν μαζί με την Όλγα Κνίπερ-Τσέχοβα βόλτες με την άμαξα στα προάστια του Μπαντενβέιλερ. Σταματούσαν στο αγαπημένο τους μέρος, σε ένα ξέφωτο στο δάσος με σμαραδένια χλόη και απολάμβαναν τη θέα των φρουτόκηπων, που ήταν εντελώς ελεύθεροι, χωρίς περίφραξη, και όμως κανείς δεν έκοβε ξένα φρούτα, κανέις δεν έκλεβε ούτε βύσσινα, ούτε αχλάδια. Βλέποντάς τα, ο Τσέχωφ θυμόταν άθελά του την «φτωχή» του Ρωσία...
Την τελευταία μέρα της ζωής του ο Τσέχωφ ήταν χάλια. Πονούσε η καρδιά, την οποία ζόρισε πολύ κατά το ταξίδι στη Σαχαλίνη. Καί όσο χειρότερα λειτουργούσαν οι πνεύμονες, τόσο μεγαλύτερο φορτίο έπρεπε να σηκώνει η καρδιά.
Την 1η Ιουλίου αισθάνθηκε καλύτερα. Προσπάθησε να διασκεδάσει την γυναίκα του με μια καινούρια ιστορία, που μόλις σκέφτηκε: «Φαντάσου, της είπε, πως σε ένα πολυτελέστατο ξενοδοχείο μένουν διάφοροι πολύ πλούσιοι πελάτες: Εγγλέζοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Ρώσοι. Οι κυρίες με πολυτελή φορέματα κατέβηκαν στο εστιατόριο να δειπνήσουν. Περιμένουν τον μάγειρα, κι εκείνος δεν έρχεται...»
Μετά ο Τσέχωφ αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε γύρω στη μία τη νύχτα, δεν μπορούσε να αναπνεύσει και ζήτησε να φωνάξουν γιατρό. Ηρθε ο Σβέρερ, γιατρός του Τσέχωφ στο Μπαντενβέιλερ. Ο Τσέχωφ ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και είπε την περίφημη φράση: «ich sterbе…», δηλαδή «πεθαίνω».  Είπε επίσης, ότι δεν αξίζει να ψάξουν για οξυγόνο, γιατί μέχρι να το φέρουν, θα είναι κιόλας νεκρός. Ο Σβέρερ ζήτησε να φέρουν σαμπάνια. Ο Ράμπενεκ, ρώσος φοιτητής, που έκανε παρέα με τους Τσέχωφ, έφερε ένα μποκάλι σαμπάνια και ποτήρι. Ο Τσέχωφ πήρε το ποτήρι, και, όπως αναφέρει η γυναίκα του, την κοίταξε και είπε, χαμογελώντας με το φωτεινό του χαμόγελο: «Έχω πολύ καιρό να πιω σαμπάνια!» Την ήπιε άσπρο-πάτο, ξάπλωσε στο αριστερό πλευρό και σε λίγο ησύχασε για πάντα.
Την τρομερή σιωπή παραβίασε μόνο μια τεράστια μαύρη πεταλούδα, που εισέβαλε στο δωμάτιο. Χτυπούσε βασανιστικά στους ηλεκτρικούς λαμπτήρες,  και τρελαμένη, μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει.
Ο Τσέχωφ πέθανε στις 3 το πρωί στις 2 Ιουλίου του 1904. Πέθανε ήσυχα. Ο Σβέρερ πήρε μαζί του την Όλγα Κνίπερ-Τσέχοβα, και δίπλα στον πεθαμένο έμεινε μονάχα ο φοιτητής Ράμπενεκ.
Μετά πήραν τον συγγραφέα στο νεκροφυλάκειο, τον έπλυναν, τον άλλαξαν και τον μετέφεραν στο παρεκκλήσι λίγο πιο κάτω από το ξενοδοχείο «Ρόμπερμπαντ», όπου ο Τσέχωφ στο τελευταίο του ταξίδι στο Μπαντενβέιλερ πέρασε την πρώτη του νύχτα. 
Το φέρετρο με τον συγγραφέα τοποθέτησαν στη νεκροφόρα και επί δυο ημέρες τον αποχαιρετούσαν η πολυπληθής ρωσική κοινότητα και οι κάτοικοι της πόλης. Στο σιδηροδρομικό σταθμό του Μούλχαϊμ, πλησιέστερης πόλης, το φέρετρο μετέφεραν με άμαξα, και μέχρι τα σύνορα με τη Ρωσία εκείνο ταξίδευε στο ειδικό βαγόνι, κι αργότερα το έβαλαν στο βαγόνι-ψυγείο, όπου μετέφεραν στρίδια. Πλακωμένο με πάγο, το φέρετρο με τη σωρό του μεγάλου ρώσου συγγραφέα έφτασε στη Μόσχα.
Η ταφή έγινε στις 9 Ιουλίου, στη Μόσχα, στο Κοιμητήριο της Μονής Νοβοντέβιτσιε.  Ο συγγραφέας Αλεξάντρ Κουπρίν θυμόταν, ότι ο κόσμος εγκατέλειπε το Κοιμητήριο σιωπηλός.  «Πλησίασα την μητέρα του Τσέχωφ, της φίλησα το χέρι. Κι εκείνη μου είπε με κουρασμένη φωνή: «Η συμφορά που μας βρήκε...Έφυγε ο Αντόσα...»
Σήμερα στο Μπαντενβέιλερ έρχονται κυρίως οι αρθροπαθείς, ο καθαρός ορεινός αερας καθαρίζει τους πνεύμονες. Εδώ θυμούνται και τιμούν τον Τσέχωφ σαν να ήταν δικός τους άνθρωπος. Στη μνήμη του Τσέχωφ κάθε χρόνο διοργανώνονται εκδηλώσεις, και τα πρώτα τρία χρόνια του καινούργιου αιώνα οι εκδηλώσεις άνοιγαν με τις παραστάσεις των χορευτών από το Σμολένσκ...
Στο τοπικό πολιτιστικό κέντρο λειτουργεί μόνιμη έκθεση, που αφηγείται τη ζωή και το έργο του Τσέχωφ, και από το 1963 στο πάρκο της πόλης υπάρχει αναμνηστική πέτρα με επιγραφή: «Στον γιατρό και καλό άνθρωπο, Αντόν Τσέχωφ» . Η πόλη αυτή νιώθει περήφανη, επειδή εδώ τοποθετήθηκε το πρώτο στον κόσμο άγαλμα του Τσέχωφ, αυτό συνέβη στις 28 Ιουλίου του 1908.
«Τί να κάνουμε;Πρέπει να ζήσουμε! Εμείς, θείε Βάνια, θα ζήσουμε. Θα ζήσουμε μια μακρά-μακρά σειρά από ημέρες και νύχτες, θα υπομένουμε υπομονετικά όλες τις δοκιμασίες, που θα μας στείλει η μοίρα, θα εργαζόμαστε για τους άλλους ακόμα και τώρα, στα γεράματα, χωρίς να παραπονιόμαστε...»
Εδώ είναι όλος ο Τσέχωφ...

www