JA Teline V - шаблон joomla Форекс
24
Thu, Oct

Συζητώντας με τον Θεό

EX LIBRIS
Typography

γεννάδιος_ρουσακόφΣτη Μόσχα έγινε η 10η απονομή του βραβείου «Ποιητής», το οποίο έλαβε από τα χέρια του διάσημου ποιητή Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο ο Γεννάδιος Ρουσακόφ, 76-χρονος Ρώσος ποιητής και μεταφραστής. Το βραβείο απονέμεται από το 2005 σε εν ζωή ποιητές που γράφουν στη ρωσική γλώσσα.

Ο Γεννάδιος Ρουσακόφ γεννήθηκε το 1938, πρωτοεμφανίστηκε στα ρωσικά γράμματα το 1960 με τη συλλογή ποιημάτων Αγέρηδες φωνακλάδες, και μετά δεν δημοσιευόταν επί 20 ολόκληρα χρόνια.
Στη δουλειά του, κατά την ομολογία του ιδίου, προσανατολίζεται «στην ποίηση του Αρσένι Ταρκόφσκι και την ρωσική ποιητική παράδοση της αρμονικής ευκρίνειας». Το βραβείο συνοδεύεται από το χρηματικό ποσό των 1,5 εκατομμυρίων ρουβλίων (περίπου 27 χιλιάδες ευρώ).
Ο Γεννάδιος Ρουσακόφ μένει στις ΗΠΑ (όπως άλλωστε και ο Γιεβγκένι Γιεφτουσένκο) και για την απονομή του βραβαίοι οι αμφότεροι διέσχισαν τον ωκεανό.
«Είμαι πολύ συγκινημένος, γιατί πίστευα, ότι δεν με αγαπούν στη Ρωσία», δήλωσε ο Γεννάδιος Ρουσακόφ, που μένει μόνιμα στη Νέα Υόρκη και μεταφράζει από τα αγγλικά, ιταλικά και γαλλικά.
Ο Γεννάδιος Ρουσακόφ μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και σπούδασε στη Σχολή Ευελπίδων Σουβόρωφ, όπου βρέθηκε χάρη στην επιστολή που έγραψε στον Στάλιν, όταν ήταν ακόμα παιδί, και στην οποία ζήτησε από τον ηγέτη να του δώσει την ευκαιρία να συνεχίσει το έργο του μακαρίτη πατέρα του, στρατιωτικού.
Ένα από τα αποκαλυπτικότερα βιβλία του ποιητή είναι η συλλογή Συζητώντας με τον Θεό, όπου μιλάει για τις απώλειες των αγαπημένων του προσώπων, για το νόημα της ζωής. Δεν πρόκειται για μεγαλοστομίες ή προσευχές: ο ποιητής ζητάει από τον Ύψιστο να απολογηθεί για ό, τι του έκανε...

Από τη Συλλογή Συζητώντας με τον Θεό

3. Ψαλμός της μη συγχώρεσης

Κουβαλάω την αγαπημένη μου στην κουζίνα: το πλαδαρό, εφηβικό της σώμα
με μακριές, βαριές πατούσες.
Δεν είναι η αγαπημένη μου. Εκείνη ποτέ δεν ήταν έτσι.
Η δική μου αγαπημένη είναι πανέμορφη. Τα αγαλλιασμένα της πόδια πετούν,
η φωνή της είναι ψευδή και εύηχη.
Αλλά όταν την βάζω στον καναπέ και ανοίγει διάπλατα το πρόσωπό της
με τις ρυτίδες της οδύνης και τα τεράστια μάτια,
της λεω: Τώρα θα φάμε.
Η αγαπημένη μου έχει ξεχάσει πώς τρώνε.
Της βάζω στο χέρι το πηρούνι και σφίγγω τα δάκτυλα της-σπίρτα.
Μετά της δείχνω, πως παίρνουν την τροφή. – Απλά μάσα.
Η αγαπημένη μου έχει ξεχάσει, πώς μασάνε.
— Κοίτα τι θα κάνεις... Μασάς καλά και καταπίνεις.
Η αγαπημένη μου έχει ξεχάσει, πώς καταπίνουν.
...Και θέλεις να συγχωρέσω; Να σε συγχωρέσω, Κύριε;
Να σε συγχωρέσω και ν΄ακούω πως φωνάζει
με τη σπασμένη παιδική της φωνή: — Αφήστε με να παω στον Γεννάδιο! —
Και οι αρθρώσεις της, σακατεμένες από το ηλεκτροσόκ,
Να μην την αφήνουν να γκρατζουνά την πόρτα;
Όχι, δε σε συγχωρώ.
Θα πεθάνω, αλλά δε θα σε συγχωρήσω.

www