JA Teline V - шаблон joomla Форекс
11
Wed, Dec

Στα ίχνη της ρωσικής παρουσίας στην Ελλάδα (2)

ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Typography

Ευγενία Κριτσέφσκαγια

Τα ρωσικά ίχνη στην Ελλάδα είναι πάρα πολλά και σίγουρα πολύ περισσότερα από ό,τι φανταζόμαστε. Θα μου πείτε, ότι υπάρχουν άπειρα ίχνη γαλλικά, αγγλικά – δεν μιλάμε για τούρκικα – αλλά εδώ θα διαφωνήσω: οι Ρώσοι δεν έχουν έρθει ποτέ στην Ελλάδα ως κατακτητές.

 

Υπάρχουν άπειροι τόποι που συνδέονται στενά με τη Ρωσία και τους Ρώσους, και υπάρχουν εξίσου άπειρες ευκαιρίες για τους μελετητές αυτής της κοινής πορείας της ρωσικής και της ελληνικής ιστορίας.
Σε πολλά μέρη της Ελλάδας υπάρχουν νεκροταφεία, όπου αναπαύονται οι Ρώσοι πεσόντες στις μάχες του Ναυαρίνου, του Πρώτου και του Δευτέρου Παγκοσμίων Πολέμων, υπάρχουν άπειρα μνημεία και σταυροί στα μνήματα των Ρώσων που για πάντα έμειναν στην Ελλάδα.
Φέτος η Ελλάδα και η Ρωσία γιόρτασαν τα 185 χρόνια των διπλωματικών τους σχέσεων. Ο πρώτος κυβερνήτης της ελεύθερης Ελλάδας ήταν ο Ιωάννης Καποδίστιρας, ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών της Αυτοκρατορίας της Ρωσίας.  Η Φιλική Εταιρία, η μήτρα του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων, είχε την έδρα της στο νότο της Ρωσίας, στην Οδησσό.
Τον Ρωσικό και τον Ελληνικό βασιλικούς Οίκους συνδέουν στενότατες σχέσεις. Η Όλγα των Ελλήνων, η Βασίλισσα της Ελλάδας επί 50 σχεδόν χρόνια, ήταν η Μεγάλη Δούκισσα Όλγα Κωνσταντίνοβνα Ρομανόφ, εγγονή του τσάρου Νικόλαου Α΄ και θεία του τελευταίου τσάρου της Ρωσίας, Νικολάου Β΄.
Νύφη και ανηψιά της, η Ρωσίδα Μεγάλη δούκισσα Ελένα Βλαντίμιροβνα, ήταν σύζυγος του πρίγκιπα Νικολάου και μεγάλη ευεργέτηδα των Ρώσων μεταναστών πρώτου κύματος, όπως συνηθίζουμε να αποκαλούμε τους Ρώσους, που βρήκαιν τη ζεστασιά και τη δεύτερη πατρίδα στην Ελλάδα μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917. Ο άλλος πρίγκιπας, Γεώργιος, γιος του βασιλιά Γεωργίου Α΄και της βασίλισας Όλγας, ήταν μοναδικός στην ιστορία Ναύαρχος δυο βασιλικών στόλων – του ελληνικού και του ρωσικού.
Χάρη στη βοήθεια της Ρωσίας η Ελλάδα παρέμεινε ορθόδοξη: οι ελληνικές εκκλησίες και ο ελληνικός κλήρος επιβίωσαν χάρη στη βοήθεια της Ρωσίας και του Ρώσου τσάρου Νικόλαου Α΄ την εποχή που οι Βαυαροί αντιβασιλείς έκαναν το παν για να διαλύσουν τη συνοχή της ελληνικής πίστης, κάτι που χωρίς την ομόπιστη στήριξη των Ρώσων θα ήταν σχετικά εύκολο στην φτωχή, αγράμματη και ασταθή μετεπαναστατική Ελλάδα.
Οι Ρώσοι πάντα ήταν στον πλευρό των Ελλήνων. Η ελληνική ιστορία θυμάται τα Ορλοφικά, την προσπάθεια της εξέγερσης κατά των Οθωμανών τον 18ο αιώνα, την συνεισφορά του ναυάρχου Φιόντορ Ουσακόφ στην ιστορία των Επτάνησων, τον ηρωϊσμό των Ρώσων ναυτικών στη μάχη του Ναυαρίνου...
Η Αθήνα από τότε που ξεκινάει η επανεκκίνησή της ως πρωτεύουσα του Ελληνικού κράτους, το 1833, απέκτησε πολλούς τόπους με ρωσικό άρωμα. Πρώτα-πρώτα είναι ο Ιερός Ναός της Αγίας Τριάδας στο κέντρο της πόλης, στην οδό Φιλλελήνων, γνωστός ως Ρωσική και παλιότερα – Τσαρική Εκκλησία, μια από τις αρχαιότερες χριστιανικές εκκλησίες της Αθήνας και της χώρας ολόκληρης.
Ο βυζαντινός ναός Σωτήρα Λυκοδήμου χτίστηκε στις αρχές του 11ου αιώνα και στα μέσα του 19ου αιώνα δεν ήταν παρά ένα μισογκρεμισμένο κτίριο με τα υπολείμματα των καταπληκτικών μεν, σε άθλια κατάσταση δε μωσαϊκών και τοιχογραφιών, όπου οι βοσκοί της πρωτεύουσας βόσκαγαν τα κατσίκια τους. Ο ηγούμενος της εκκλησίας της Ρωσικής Αποστολής στην Αθήνα, Αρχιμανδρίτης Αντονίν Καπούστιν, μεγάλος φιλέλλην και ελληνολάτρτης, αναγνώρισε πίσω από τα ερείπια ένα αληθινό κόσμημα με τεράστια ιστορική και καλλιτεχνική αξία, και το 1847 με Διάταγμα του βασιλιά Όθωνα η εκκλησία Σωτήρα Λυκοδήμου αποδόθηκε στη Ρωσική Αποστολή στην Αθήνα, και έγινε Ναός των Ρώσων της Αθήνας, κέντρο της κοινωνικής και θρησκευτικής τους ζωής.
Η Αγία Τριάδα εγκαινιάστηκε το 1856 και μπροστά στα μάτια των Αθηναίων αποκαλύφθηκε ένας μέχρι τότε άγνωστος θησαυρός – αρχιτεκτονικός, ζωγραφικός, μια και την εικονογράφηση της εκκλησίας ανέλαβε μεταξύ άλλων ο μεγάλος Έλληνας ζωγράφος, τότε πολύ νέος, Νικηφόρος Λύτρας. Μεγάλη έκπληξη αποτέλεσαν και οι κατακόμβες της εκκλησίας, γύρω από τις οποίες γεννήθηκαν και συνεχίζουν να γεννιούνται πολλοί θρύλοι.
Στο κέντρο της Αθήνας, στην Κυψέλη, στέκει η μικρή εκκλησία της Αγίας Ζώνης, μικροσκοπικός σταυροειδούς ρυθμού με τρούλο ναϊσκος που βρίσκεται πίσω από την ομώνυμη μεγάλη εκκλησία, κοντά στην πλατεία Αμερικής. Πριν την Επανάσταση εδώ υπήρχε ένα μικρό εκκλησάκι, που καταστράφηκε στον πόλεμο μεταξύ τωνΤούρκων και των Ελλήνων για την Αθήνα.
Την αναστήλωσε ο Πρέσβης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα ,Αλεξάνδρ Οζερώφ, με την σύζυγό του Όλγα, που έμεναν στην έπαυλη δίπλα, άνθρωποι εξαιρετικά θρήσκοι και φιλέλληνες. Η Κυψέλη σήμερα είναι μια υπερκατοικημένη γειτονιά, αλλά 170 χρόνια πριν ήταν ένα ησυχαστήριο, έρημος και κατάφυτος τόπος, εξοχή των Αθηναίων. Μια μέρα ο Αλεξάνδρ Όζεροφ έκανε έφφιπος βόλτα και ανακάλυψε ένα βράχο με ζωγραφισμένη πάνω του την εικόνα της Βρεφοκρατούσας Παναγίας με ζώνη, δύο Αγγέλους σε στάση δέησης και την επιγραφή « Η πάντων Ελπίς ».
Σ΄αυτή την εικόνα αφιέρωσε την καινούργια εκκλησία ο Ρώσος πρέσβης. Οι οικοδομικές εργασίες τελείωσαν μετά το 1857, ο εξοπλισμός και τα ιερά σκεύη ήρθαν από τη Ρωσία και τη διακόσμησή της εκκλησίας ανέλαβε ο αγιογράφος Γεννάδιος Παπαδόπουλος, ο οποίος είχε σπουδάσει ζωγραφική στη Μόσχα και στο Άγιον Όρος. ¨Ήταν και ο πρώτος εφημέριος του ναού.
Κοντά στην εκκλησία υπάρχει μαρμάρινος τάφος, με την επιγραφή: «Αλέξανδρος Οζερώφ, πρέσβης Ρωσίας 1843, συλλέξας απέθετο οστά Ελλήνων ηρώων μαχητών 1821-1829 πεσόντων εις μάχας εν Γαλατσίω Αττικής υπέρ πίστεως και πατρίδος».
Ο Ρώσος πρέσβης ήταν από τους λίγους ξένους της νεαρής ελληνικής πρωτεύουσας, που τίμησε τους ήρωες της Επανάστασης με αυτόν τον τελετουργικό τρόπο.
Πολλά μυστικά κρατάει και το Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών, όπου υπάρχουν αρκετά μνήματα με ρωσικά ονόματα, χαραγμένα σ΄αυτά. Μια απίστευτη ιστορία, που συνέδεσε ακόμα περισσότερο την Ελλάδα με τη Ρωσία, ξεκινάει από ένα  παλαιό μαρμάρινο μνήμα...
Υπάρχουν όμως και ελληνικά ονόματα, που κρύβουν κάποια ωραία ρωσοελληνική ιστορία.
Έτσι στο Πρώτο νεκροταφείο υπάρχει ο οικογενειακός τάφος της οικογένειας Μπένσης. Η Όλγα Μπένση, ή καλύτερα Όλγα Μπελίνσκαγια, σύζυγος του εισαγγελέα Γεωργίου Μπένση, η οποία απεβίωσε το 1904 σε ηλικία 59 ετών, ήταν κόρη του μεγάλου Ρώσου κριτικού λογοτεχνίας, Βισσαρίωνα Μπελίνσκι, δισεγγονές του οποίου δώρισαν στο Μουσείο Μπελίνσκι στη Κεντρική Ρωσία τα προσωπικά είδη του διάσημου προπάππου τους.
Όταν η ρωσική ιστορία έκανε μια απότομη στροφή, και αμέσως μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση η αχανής Αυτοκρατορία κόπηκε στα δυο, σε στρατόπεδο των λευκών και των κόκκινων, και ξεκίνησε ο ατέλειωτος αλληλοσπαραγμός, ένα μεγάλο μέρος των Ρώσων προσπάθησε να βρεί έναν τόπο για να μείνουν μέχρι να περάσει αυτή η λαίλαπα, όπως έλεγαν την Επανάσταση, πιστεύοντας, ότι η εξουσία των μπολσεβίκων ήταν κάτι το προσωρινό. Και έτσι στη δεκαετία του ΄20 του 19 αιώνα στην Ελλάδα κύλησε ένα τεράστιο προσφυγικό ποτάμι. Η Ελλάδα και η Ρωσία είναι ίσως οι μοναδικές χώρες στον κόσμο με την προσφυγιά «ντουμπλ φας»: μέχρι την απελευθέρωση της Ελλάδας, η Ρωσία ήταν η χώρα που δεχόταν τους Έλληνες, οι οποίοι εγκατέλειπαν την πατρίδα για να σωθούν στην ομόθρησκη γη από τις αγριότητες των Τούρκων, τώρα ήρθε η σειρά της Ελλάδας να ξεπληρώσει το χρέος της. Το έκανε με τον καλύτερο τρόπο και δεν μετάνιωσε ποτέ για την γενναιοδωρία της, μιας και η χώρα απέκτησε έναν πραγατικό πνευματικό πλουτο: οι Ρώσοι που μετανάστευσαν, ήταν στην πλειοψηφία τους μορφωμένοι και καλλιεργημένοι άνθρωποι, που υπηρέτησαν την Ελλάδα υπέρ του δέοντος.
Όταν το 2007 δημιουργήθηκε στην Ελλάδα η Ένωση Ρώσων μεταναστών, Πρόεδρος της εκλέχτηκε ο Βλαντισλάφ Νελαβίτσκι, ένας από τους τελευταίους απογόνους των πρώτων Ρώσων μεταναστών, που γεννήθηκε ήδη στην Ελλάδα. Ο πατέρας του, αξιωματικός Ρωσικού ναυτικού, Ιαν Νελαβίτσκι, που ξεκίνησε τη ναυτική του καριέρα στο πλοίο «Άγιος Ανδρέας ο Πρωτόκλητος», ήρθε στην Ελλάδα το 1922 από την Μπιζέρτα της Τυνησίας, όπου βρισκόταν το τελευταίο απάγιο του Ρωσικού Αυτοκρατορικού στόλου μετά την ήττα των λευκοφρουρών στον Εμφύλιο πόλεμο και την επικράτηση των μπολσεβίκων.
Μαζί του ο Ιαν Νελαβίτσκι έφερε και τη σημαία του Αγίου Ανδρέα από το πλοίο «Στρατηγός Κορνίλοφ», τελευταίο πλοίο, όπου υπερέτησε. Την φύλαγε στο σπίτι του στην Αθήνα επί 50 ολόκληρα χρόνια.
Στο κείμενό του για τον πατέρα του ο Βλαντισλαφ Νελαβίτσκι έγραψε:
«Ο πατέρας μου μου μιλούσε συχνά για τη Ρωσία... Για να τον πειράξω, τον ρωτούσα: «Γιατί δεν έμεινες εκεί;» και πάντα μου απαντούσε: «Μα πώς θα μπορούσα; Αφού έδωσα όρκο!» Για εκείνον οι έννοιες Πατρίδα, Πίστη, Τιμη δεν αμφισβητούνταν και δεν έπαιρναν ερμηνεία. Σχεδόν κάθε πρωί με φώναζε στο δωματιό του, μου έδειχνε τη σημαία του Αγίου Ανδρέα και μου έλεγε: «Είναι η ιερή μας σημαία με τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα! Το καθήκον μας είναι να την επιστρέψουμε στην Πατρίδα». Η σημαία επέστρεψε στην Αγία Πετρούπολη 40 χρόνια μετά, το 2004 και σήμερα φυλάγεται στο Μουσείο Πολεμικού Ναυτικού».
Στα απομνημονεύματά του ο βαρώνος Βράγκελ, ένας από τους ηγέτες των λευκοφρουρών, περιγράφει την τελική αποχώρηση του ρωσικού αυτοκρατορικού στόλου από την Κριμαία για τη Τυνησία το Νοέμβριο του 1920:
«Στις 2 το μεσημέρι η βάρκα μου έφυγε από την προκυμαία προς το «Στρατηγό Κορνίλοφ», όπου σηκώθηκε η σημαία μου».
Ήταν η ιστορική σημαία, που έμεινε στην Ελλάδα για 80 συναπτά έτη.
Για 90 χρόνια έμεινε κρυμμένη σε ένα παλιό σπασμένο μνήμα του Πρώτου Νεκροταφείου Αθηνών μια άλλη απίστευτη ιστορία, της αδελφού της μεγάλης Ρωσίδας ποιήτριας, Άννας Αχμάτοβα, Αντρέι Γκόρενκο, και της οικογένειάς του/
Κάποιο ιστορικοί του πρώτου κύματος της ρωσικής μετανάστευσης ισχυρίζονται, ότι τα περισσότερα ηχηρά ρωσικά ονόματα μετανάστευσαν στη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Τσεχοσλοβακία, στις χώρες, όπου άνθιζε η καλλιτεχνική ζωή, όπου αποφασίζονταν οι τύχες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, παρόλο που στα πρώτα χρόνια η χώρα δέχτηκε πάνω από 30 χιλιάδες Ρώσους πρόσφυγες, δεν έμειναν παρά 3,5 χιλιάδες, κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Στο προαύλιο της Ρωσικής εκκλησίας στην οδό Φιλλελήνων στην Αθήνα υπάρχουν δυο παλιά μνήματα – το ένα υπάρχει εδώ και 70 χρόνια, το άλλο – 60. Στο πρώτο αναπαύεται ο πρίγκιψ Ελίμ Ντεμίντοφ, ο τελευταίος Πρέσβης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα, που απεβίωσε το 1943, και στο δεύτερο – η σύζυγός του, πριγκίπισα Σοφία Ντεμίντοβα, οι οποίοι οργάνωσαν τη ζωή της ρωσικής Διασποράς στην Ελλάδα και ανέλαβαν όλες της σχέσεις της με την Αυλή και την εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση.
Υπό την καθοδήγησή τους στην Αθήνα δημιουργήθηκε η Ένωση Ρώσων Μεταναστών, το Ταμείο Ασθενών, που έδινε τη δυνατότητα γιατρικής περίθαλψης και στους ασθενέστερους οικονομικά μετανάστες.
Μέχρι και τον Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο στην Αθήνα λειτουργούσε το Ρωσικό γυμνάσιο, όπου δίδασκαν Ρώσοι στρατηγοί και Ναύαρχοι.
Ανάμεσα στους μετανάστες, που υπηρέτησαν την Ελλάδα, είναι, για παράδειγμα, ο Αλκιβιάδης Κοκκινάκης, αρχηγός της Πυροσβεστικής της Αγίας Πετρούπολης, που το 1929 ίδρυσε την Πυροσβεστική Υπηρεσία στην Ελλάδα, στην Ελλάδα γεννήθηκε ο γιος Ρώσων μεταναστών Βίκτωρ Αμπακούμκιν, πρώτος Πρόεδρος της Εταιρίας πολιτικών μηχανικών της Ελλάδας, επί 2 χρόνια. Από το 1920-1022 ζούσε και εργαζόταν στην Ελλάδα ο ελληνικής καταγωγής Ρώσος ζωγράφος Μιχαήλ Λάτρης, εγγονός του μεγάλου Ρώσου θαλασσογράφου Κωνσταντίν Αϊβαζόφσκι. Ο Μιχαήλ Λάτρης ήταν διευθυντής της Βασιλικής Κεραμοποϊίας στην Αθήνα και πήρε ενεργό μέρος στις ανασκαφές στη Δήλο, μάρτυρες αυτής της περιόδου της ζωής του είναι τα σχέδιά του, που φυλάσσονται σήμερα στο Μουσείο του Αίβαζόφσκι στην Κρημαία, κάποτε Σοβιετικής Ένωσης και νυν Ουκρανίας. 
Στην Ελλάδα έζησε και πέθανε στη Σύρο ένας από τους μεγάλους ελληνικής καταγωγής Ρώσους ζωγράφους Νικόλαος Χειμωνάς. Στην Ελλάδα κάποτε έζησε και έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή της ρωσικής διασποράς, ο Σεργκέι Ναμπόκοφ μαζί με την οικογένειά του, θείος του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα παγκόσμιας φήμης Βλαντιμήρ Ναμπόκοφ, ο οποίος έζησε και πέθανε στις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι πολυμεταφρασμένος στην Ελλάδα. Ο Βλαντιμήρ Ναμπόκοφ ήταν συμμαθητής του Ιαν Νελαβίτσκι, στον οποίο έχουμε αναφερθεί παραπάνω, και έχει επισκεφτεί την Ελλάδα και το σπίτι των Νελαβίτσκι στην Αθήνα.
Στην Ελλάδα μετανάστευσε με την οικογένειά της η Νίνα Χριστοφόροβα, εγγονή του ελληνικής καταγωγής Γεωργίου Χριστοφόροφ, μεγαλύτερου παραγωγού κρασιών στην Κριμαία και ενός από τους μεγαλύτερους οινοπαραγωγούς στη Ρωσική Αυτοκρατορία, εδώ ζούσε και πέθανε ο Αλεξάντρ Πλόττο, πρώτος διοικητής της πρώτης μονάδας των ρωσικών υποβρυχείων. Ο Πλόττο ήρθε στην Ελλάδα με την πρόσκληση της βασίλισσας Όλγας και του βασιλιά Γεωργίου.
«Στη δυστυχία μας υπάρχει και μια παρηγοριά. – έγραψε ο Αρχομανδρίτης, Σεγκέι Ντάμπιτς, ηγούμενος της Ρωσικής Εκκλησίας το 1919. – Βρεθήκαμε στην Ελλάδα, στην χώρα του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Δημοσθένη, του Περικλή και του Σοφοκλή, των μεγάλων Ελλήνων, που έδωσε στην ανθρωπότητα τον πολιτισμό και την ομορφιά της ζωής. Βρισκόμαστε στην Αθήνα, πόλη της μυθικής αρχαιότητας, που το όνομά της και μόνο διεγείρει την φαντασία των πολιτισμένων ανθρώπων. Μας φιλοξένησε ένας ευγενής λαός, που έχει όλα τα στοιχεία για να είναι άξιος των προγόνων του».
Στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 του προηγούμενου αιώνα άνοιξε τις πόρτες του το Ρωσικό Γεροκομείο, το θεμέλιο λίθο του οποίο έβαλε η Ρωσίδα Μεγάλη Δούκισσα Ελένη, νύφη της βασίλισσας Όλγας, γυναίκα του γιου της, πρίγκιπα Νικόλαου.
Αυτό το Γηροκομείο λειτουργεί και σήμερα στην αθηναϊκή γειτονιά, στην  Αργυρούπολη, υπό τη διοίκηση του Αρχιμανδρίτη Τιμόθεου Σακκά, πρώην ηγούμενου της Ρωσικής Εκκλησίας, ενός Έλληνα εκ Ρωσίας, ο οποίος αφιέρωσε τη ζωή του στη συλλογή των στοιχείων για τη ρωσική διασπορά στην Ελλάδα. Σήμερα στο Γηροκομείο δεν μένει πλέον κανένας Ρώσος, φιλοξενούνται μονάχα Έλληνες, αλλά το ρωσικό πνεύμα συνεχίζει να διαποτίζει τους τοίχους του.
Στο Γηροκομείο υπάρχει ένα μικρό μουσείου της ρωσικής μετανάστευσης στην Ελλάδα, μοναδικό στο είδος του στην Ελλάδα, και μια μεγάλη βιβλιοθήκη με ανεκτίμητα βιβλία.
Ο πατέρας Τιμόθεος συγκέντρωσε ένα τεράστιο φωτογραφικό αρχείο και έφτιαξε μια σειρά από λευκώματα με φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν μοναχικά στην Ελλάδα, συγκεντρωσε ένα σεβαστό αρχείο από ιδιωτικές επιστολές και πρακτικά των ρωσικών οργανώσεων στην Ελλάδα, που ήταν μέχρι σήμερα ένας χαμένος κρίκος στην ιστορία της μετανάστευσης πρώτου κύματος.
Χάρη στον πατέρα Τιμόθεο στον Πειραιά, στο νεκροταφείο Αναστάσεως διατηρείται ένα κομμάτι από κάποτε αρκετά μεγάλο ρωσικό νεκροταφείο, που παρολίγο να απαλλοτριωθεί εξ’ ολοκλήρου από το Δήμο Πειραιά στα χρόνια της Χούντας,
Στο ρωσικό τμήμα βρίσκεται και η μικρή εκκλησία της Αγίας Όλγας, «ντυμένη» με τις ταφόπλακες, που ο πατέρας Τιμόθεος αναγκάστηκε να σηκώσει από τα μνήματα που απαλλοτριώθηκαν: μ΄αυτόν τον τρόπο κανένα μνήμα δεν χάθηκε και κανένα όνομα δεν λησμονήθηκε. Το νεκροταφείο του Πειραιώς για αρκετά χρόνια γνώρισε την εγκατάληψη, γιατί η ρωσική διασπορά στην Αθήνα όλο και λιγόστευε, άνθρωποι έφευγαν από τη ζωή, και φροντίζονταν μόνο λίγα μνήματα, από τους ζωντανούς συγγενείς. Σήμερα τη φροντίδα του Νεκροταφείου στον Πειραιά ανέλαβε η ρωσική πρεσβεία της Αθήνας, όπως και η αντικατάσταση των παλιών σπασμένων μνημάτων.
Μνήμες της Ρωσικής παρουσίας είναι ζωντανές στη Θεσσαλονίκη, και αυτό το κομμάτι των ελληνικών σελίδων της ρωσικής μετανάστευσης ακόμα περιμένει τους ιστορικούς του.
Γενικά, οι σταγόνες του πρώτου κύματος της ρωσικής μετανάστευσης στην Ελλάδα μαζεύονται εξαιρετικά δύσκολα. Ανάμεσα στο πρώτο κύμα, που κατέκλυσε την Ελλάδα μετά την Επανάσταση του 1917, και το δεύτερο, μετά τη διάσπαση της ΕΣΣΔ το 1993, δεν υπήρχε καμιά συνοχή, καμιά συνέχεια. Είναι δυο διαφορετικά κομμάτια, που δεν συγκολλούνται. Πολλά αρχεία χάθηκαν, πολλά ονόματα ξεχάστηκαν, πολλά κτίρια δεν υπάρχουν πια και πολλές διευθύνσεις έχουν αλλάξει.
Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί, ότι στη θέση του κτιρίου, όπου σήμερα στεγάζεται το Ινστιτούτο Γκαίτε στην οδό Ομήρου στο κέντρο της Αθήνας, κάποτε υπήρχε μια λέσχη, όπου η ρωσική κοινότητα οργάνωνε τις ετήσιες χοροεσπερίδες της; Ποιός θα μπορούσε να βρει σήμερα την περιοχή, όπου κάποτε λειτουργούσε το πρώτο ρωσικό μπαρ, έσοδα από το οποίο πήγαιναν στο κοινό Ταμείο;
Ακόμα και οι απόγονοι των πρώην μεταναστών με δυσκολία μπορούν να θυμηθούν κάτι από την «άλλη» ζωή των πατεράδων τους.
Η ηθοποιός Ξένια Καλογεροπούλου είναι μια από τέτοιους απογόνους, οι παππούδες, η μητέρα και οι θείες της οποίας αναπαύονται στο ρωσικό νεκροταφείο του Πειραιά.
Στο σπίτι της ηθοποιού υπάρχουν πολλά ρωσικά βιβλία, πολλά – βιβλία αξίας, τα οποία έμειναν από τη μητέρα της, γνωστή ζωγράφο Ίρα Καλογεροπούλου, Οικονιμίδη, που γεννήθηκε στο Τσαρικό Χωριό (Τσάρσκογιε σελο) της Αγίας Πετρούπολης και ήρθε 9 ετών στην Ελλάδα μαζί με τους γονείς της και τις αδελφές της. Ο παππούς της Ξένιας Καλογεροπούλου, Κωνσταντίνος Οικονομίδης, ήταν διευθυντής τράπεζας στο Τσάρσκογιε σελο, και στην οικογένεια μιλούσαν μόνο... ρωσικά. Κάτι που δεν κληροδοτήθηκε στην Ξένια Καλογεροπούλου...  Και τέτοια παραδείγματα είναι πάμπολλά, ειδικά μετά από το κλείσιμο του Ρωσικού Γυμνασίου στην Αθήνα, μετά τον πόλεμο και σχεδόν αποδεκατισμό της ρωσικής κοινότητας τη δεκαετία του ’80.
Δυστυχώς ή ευτυχώς, η ρωσική παρουσία στην Ελλάδα μπορεί να βρεί κανείς μόνο στα ρωσικά νεκροταφεία στην Ελλάδα.
Εκτός από τα νεκροταφεία στην Αθήνα και τη Θεσσαλονικη, υπάρχουν δυο μεγάλα νεκροταφεία στη Λήμνο, την οποία οι Ρώσοι μετανάστες αποκαλούσαν «νησί του θανάτου». Τα νεκροταφεία αποκαλύφθηκαν από τους υπαλλήλους της ρωσικής πρεσβείας μόλις το 2004. Θα μπορούσαν να καταστραφούν, όπως και τα μνήματα στον Πειραιά, γιατί οι τοπικές αρχές ούτε που φαντάζονταν, ότι στη λημνιακή γη είναι θαμμένοι σχεδόν 400 από τους... 25.000 Ρώσους, στρατιωτικούς και τις οικογένειές τους, που έζησαν εδώ το 1920-1921.
Σήμερα κάθε χρόνο στη Λήμνο διεξάγεται η Ρωσική Εβδομάδα (όπως και στην Κέρκυρα, όπως και στην Αλεξανδρούπολη) με τη συμμετοχή των ρωσικών πολεμικών πλοίων.
Η Μονή Νοβοσπάσσκι της Μόσχας ανέλαβε την αναστήλωση των μνημάτων της Λήμνου και κάθε χρόνο το καλοκαίρι στο νησί δουλεύουν ομάδες νεαρών Ρώσων, (κατασκήνωση «Λήμνος»), που βοηθούν στην αναστήλωση των μνημάτων.
Η ελληνική γη είναι σπαρμένη με ρωσικούς τάφους: στα Χανιά ενταφιάστηκαν οι σωροί των 33 σοβιετικών στρατιωτών που έπεσαν στις μάχες της Κρήτης στο Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Στο στρατιωτικό βρετανικό νεκροταφείο του Μπράλλου υπάρχουν τρεις τάφοι των ρώσων στρατιωτών, που πολέμησαν στην Ελλάδα στον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Οι πεσόντες της ναυμαχίας του Ναυαρίνου κείτονται στο νεκροταφείο στην Πύλο.
Μνήμη για τους Ρώσους στρατιώτες, διατηρεί και η Αλεξανδρούπολη, η πόλη που ρυμοτομήθηκε από τους μηχανικούς του ρωσικού στρατού το 1878-1888 κατά την εικόνα και ομοίωση της ΑγίαςΠετρούπολης.
Με τους τάφους των Ρώσων στρατιωτών είναι σπαρμένη και η γη της Βορείας Ελλάδας.
Σήμερα τη δική της ιστορία γράφει η σύγχρονη ρωσική διασπορά στην Ελλάδα, και θα ήταν τρομερή αδικία, αν μιλούσαμε μόνο για τους Ρώσους, γιατί η καινούργια διασπορά είναι η σπορά της Σοβιετικής Ένωσης, και πρέπει να μιλάμε πλέον για τη ρωσόφωνη διασπορά, για τους ανθρώπους, που μεγάλωσαν με τη ρωσική κουλτούρα χωρίς να χάνουν τη δική τους, εθνική κουλτούρα και γλώσσα.
Το ρωικό κομμάτι πάντως και ενσωματώθηκε και ταίριαξε απόλυτα στην Ελλάδα, όπως και το ελληνικό – στη Ρωσία. Μήπως ήρθε η στιγμή να γραφτεί ένα βιβλίο, όπου θα αποτυπώνεται αυτή η κοινή πορεία, και να βγουν κάποια συμπεράσματα – πέρα από τις πολιτικές και όποιες άλλες σκοπιμότητες;

www