JA Teline V - шаблон joomla Форекс
24
Thu, Oct

Η Οδύσσεια ενός Ρώσου μετανάστη

ΡΩΣΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ
Typography

Ευγενία Κριτσέφσκαγια

Alexandr_Stepursky_jpeg

 

Η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο άνεμος των κοσμοϊστορικών αλλαγών στην Ρωσική Αυτοκρατορία έφεραν στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄20 ένα τεράστιο «τσουνάμι» - σχεδόν 50 χιλιάδες Έλληνες εκ Ρωσίας, στους οποίους το Ελληνικό κράτος παραχωρούσε αμέσως την ελληνική υπηκοότητα. 

 

Οι Ρώσοι μετανάστες μπορούσαν να γίνουν πολίτες της Ελλάδας μετά από έναν εξονυχιστικό έλεγχο και τριών ετών παραμονή στη χώρα. Κάποιοι Ρώσοι μετανάστες αντιμετώπισαν την Ελλάδα ως προσωρινό τόπο  και συνέχισαν το ταξίδι τους στην Ευρώπη, την Αμερική, ακόμα και την Ασία, άλλοι έρχονταν για λίγο και έμεναν για πάντα, εκμεταλλευόμενοι την τεράστια ζήτηση στην Ελλάδα για μηχανικούς, μηχανολόγους, τεχνίτες.
Για να φανταστούμε τη διαδρομή, που αναγκάστηκαν να κάνουν πολλοί Ρώσοι μετανάστες πριν έρθουν εδώ, ας διαβάσουμε την επιστολή ενός από αυτούς, μηχανικού-τοπογράφου Αλέξανδρου Στεπούρσκι, 120 χρόνια από τη γέννηση του οποίου συμπληρώνονται φέτος.
Αυτή την επιστολή, απευθυνόμενος στη διοίκηση του Ρωσικού Γεροκομείου στην Αργυρούπολη,  ο Στεπούρσκι έγραψε το 1986, σε ηλικία 92 ετών: εκεί ήθελε να «αναπαυθεί»,  να τερματίσει το μεγάλο ταξίδι της ζωής του και το τερμάτισε ένα χρόνο αργότερα, το 1987...

Η βιογραφία μου

 «Γεννήθηκα στην οικογένεια ενός μεσαίας τάξης δημοσίου λειτουργού, στην πόλη Χάρκοβο, στις 20 Αυγούστου του 1894.  Αφού έχασα πολύ νωρίς τους γονείς μου (ο πατέρας μου πέθανε 42 ετών, όταν προτού καν ακόμα γίνω 10 χρονών, και δυο χρόνια αργότερα τον ακολούθησε και η μητέρα μου), το υπολοιπο των παιδικών χρόνων και την εφηβεία μου τα πέρασα στην οικογένεια του κηδεμόνα μου, δίπλα στα πέντε του παιδιά.
Μετά από την αποφοίτηση από το 4ο Γυμνάσιο, το 1914, ξεκίνησα τις σπουδές μου στο Νομικό Λύκειο «Ντεμίντοφ», έχοντας την πρόθεση να αποφοιτήσω από το Λύκειο μέσα σε τρία χρόνια και να μπω στη Στρατιωτική Σχολή αντί να κάνω τη συνηθισμένη στρατιωτική θητεία, κι αργότερα, ασκώντας το δικαίωμα εισαγωγής στο τρίτο (τελευταίο) έτος της Στρατιωτικο-Νομικής Ακαδημίας «Αλεξάντροφσκαγια» να αποφοιτήσω και να ξεκινήσω τη θητεία μου στον τομέα της στρατιωτικής δικαιοσύνης.  Όμως στην αρχή ο πόλεμος κι αργότερα η Επανάσταση ματαίωσαν τα σχέδιά μου. Στο δεύτερο έτος του Λυκείου κλήθηκα να κάνω το στρατιωτικό μου καθήκον, και την 1η Οκτωβρίου του 1915 παρουσιάστηκα στη Στρατιωτική Σχολή της Τασκένδης ως δόκιμος και ως ένας από τους καλύτερους στη σκοποβολή, προβιβάστηκα σε αξιωματικό και έμεινα στη Σχολή για άλλους οκτώ μήνες ως αξιωματικός εκπαίδευσης.  Εκεί με βρήκε η Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917.
Κατόπιν πήρα μετάθεση στο 6ο Σύνταγμα Πεζικού Σιβηρίας, που στρατοπέδευσε στην πόλη Μέρβα, στα σύνορα με την Περσία και το Αφγανιστάν. Το Οκτωβριανό πραξικόπημα, που έγινε τις ημέρες που βρισκόμουν στο οχυρό Σεράχς μαζί με τη μονάδα μου στα σύνορα με την Περσία, πέρασε εντελώς απαρατήρητο. Στο σύνταγμα παρέμεινα μέχρι την τελευταία ημέρα της διάλυσης του Παλιού Στρατού στην αρχή ως ανώτερος αξιωματικός της Εκπαιδευτικής μονάδας, και τους τελευταίους έξι μήνες –ως αναπληρωτής υπασπιστής της φρουράς του Μερβ.
Όταν απολύθηκα τον Μάιο του 1918, αναγκάστηκα για πολύ καιρό να μένω ελεύθερος, διότι τον Ιούλιο του ίδιου έτους ξεκίνησε η εξέγερση κατά των μπολσεβίκων και δημιουργήθηκε το μέτωπο του Ασχαμπάντ. Εγώ και ο ξάδερφός μου, Α.Ι. Τρουσκόφσκι, φυσικά πήραμε πολύ ενεργό μέρος στην οργάνωση των πολεμικών επιχειρήσεων, αλλά, δυστυχώς, ήδη στα τέλη του Αυγούστου  το απόσπασμα, όπου βρισκόμασταν και οι δυο, αποκόπηκε από το Μερβ και βρέθηκε σε αδιέξοδο.  Μπροστά μας ήταν το οχυρό Kushka  με αρκετά ισχυρή κόκκινη φρουρά, και στα νώτα μας – η κατειλημμένη από τους μπολσεβίκους πόλη Μερβ, δεξιά – η αδιάβατη έρημος Καρακούμ, αριστερά – τα σύνορα του Αφγανιστάν. Αφού υποχωρήσαμε στην τελευταία μεθωριακή πόλη, μείναμε εκεί για τρεις ολόκληρες ημέρες. Και αφού μάθαμε, ότι στον κοντινό σιδηροδρομικό σταθμό φάνηκαν από τη Μερβ τρεις μονάδες Κόκκινου στρατού, σίγουρα σταλμένες για να μας διαλύσουν, αφήσαμε τουςΤουρκμένους στα χωριά τους, που πολεμούσαν στο απόσπασμά μας (κατά τα άλλα ήμασταν εννέα άτομα – επτά αξιωματικοί και δυο πολίτες) και κινήσαμε προς τα σύνορα. Μας έφτασαν και μας περικύκλωσαν οι Κόκκινοι, και αναγκαστήκαμε να περάσουμε τον μεθωριακό ποταμό Murghāb κάτω από τα ισχυρά πυρά τους. Είχαμε όμως την τύχη με το μέρος μας, και όλοι, χωρίς απώλειες, βρεθήκαμε στο Αφγανιστάν. Οι Αφγανοί μας δέχθηκαν πολύ εγκάρδια, και περάσαμε στο Αφγανιστάν 18 μήνες ως «φιλοξενούμενοι του εμίρη».  Υπό τις συνθήκες, άξιες αναφοράς στις περίφημες «Χίλιες και μια νύχτες», καταφέραμε με τον Α. Τρουσκόφσκι να οργανώσουμε τη μεταφορά από τη Μερβ στο Αφγανιστάν της γυναίκας του, και την δεκάτη ημέρα της παραμονής της εκεί γέννησε ένα αγοράκι, τον οποίον ονόμασε Ιγκόρ και που έγινε το πρώτο μωρό, που γεννήθηκε από ευρωπαίους γονείς σ΄αυτή τη χώρα! Όταν στο αυλικό πραξικόπημα δολοφονήθηκε ο Εμίρης Habibullah Khan (19 Φεβρουαρίου του 1919 – σημ. της μτφ.) και στο θρόνο ανέβηκε ο μικρότερος του γιος Amanullah Khan, η πολιτική κατάσταση άλλαξε όχι προς όφελός μας και με αρκετή δυσκολία καταφέραμε να εξασφαλίσουμε την άδεια να μετακομίσουμε στην Βρετανική Ινδία.
Τον Νοέμβριο του 1919, αφού περάσαμε το περίφημο «Κυβέριο Πέρασμα» στα Ιμαλάια, φτάσαμε στο Πεσασβάρ και από κει μας μετέφεραν στο Μπελγκάουμ, στην περιοχή της Βομβάης.  Ήταν ένα πολύ ενδιαφέρον και αξέχαστο ταξίδι μέσα από όλη την Ινδία.  Για άγνωστους λόγους οι Εγγλέζοι μας είχαν στην Ινδία υπό το καθεστώς των κρατουμένων μέχρι τα τέλη του 1920, όταν έγινε γνωστή η καταστολή του Λευκού Κινήματος στο Νότο της Ρωσίας και την εκκένωση του Εθελοντικού Στρατού. Κυκλοφορούσαν οι φήμες, ότι όλους τους Ρώσους από την Ινδία, τη Μεσοποταμία και άλλες περιοχές της Ασίας πρόκειται να μεταφέρουν στο Βλαδιβοστόκ, όπου έπνεε τα λοίσθια η «κυβέρνηση» των αδελφών Μερκούλοφ, στηριζόμενη από τους Ιάπωνες.  Ήταν ολοφάνερο, ότι αυτό το εγχείρημα δεν θα μπορούσε να έχει αίσιο τέλος, και εκμεταλλευόμενος το γεγονός, ότι λόγω του τόπου γεννήσεώς μου μπορούσα να θεωρηθώ Ουκρανός, έκανα την αίτηση να με στείλουν στην «πατρίδα» μου, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στα χέρια του  Χέτμαν Σκοποπάντσκι, στην ουσία – υπό γερμανική κατοχή. Το παράδειγμά μου ακολούθησε ο Α. Τρουσκόφσκι. Οι Εγγλέζοι βιάστηκαν να ικανοποιήσουν το αίτημά μας, και εντελώς τυχαία υποδείξαμε τη Θεσσαλονίκη ως τελικό προορισμό του ταξιδιού μας. Έτσι, στα τέλη του 1921, μετά από ταξίδι 25 ημερών μέσα από τον Ινδικό Ωκεανό, την Ερυθρά Θάλασσα, τη διώρυγα του Σουέζ και τη Μεσόγειο βρέθηκα στο Μπρίντιζι , στην Ιταλία, και μετά – στη Θεσσαλονίκη, όπου αιφνιδιάστηκα ευχάριστα, όταν βρήκα το πολύ καλά οργανωμένο «ρωσικό στρατόπεδο Χαριλάου», όπου εγκαταστάθηκα, αναμένοντας την άφιξη της οικογένειας Τρουσκοφσκι. Όταν έφτασαν, μείναμε στη Θεσσαλονίκη στο ίδιο σπίτι, ως μια οικογένεια πλέον.
Τα πρώτα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα χωρίς τη γνώση της γλώσσας, παρ' όλα αυτά δεν αναγκαστήκαμε να πιάσουμε στα χέρια ούτε σκεπάρνη, ούτε φτυάρι, ζούσαμε από αυτά που φτιάχναμε την ημέρα και πουλούσαμε τα βράδια σε καφέ και εστιατόρια. Μας βοήθησε πολύ η γνώση της γαλλικής γλώσσας, γιατί με πολύ μικρή εξαίρεση σχεδόν όλοι οι αξιωματικοί και άλλοι Έλληνες διανοούμενοι μιλούσαν εκείνη την εποχή γαλλικά.
Μεταξύ των πρώτων πέντε Ρώσων, που εκμεταλλεύτηκαν τον Νόμο, που έδινε το δικαίωμα να αποκτήσουμε ελληνική υπηκοότητα μετά από την παραμονή τριών ετών στην Ελλάδα, ήμουν εγώ και ο Α.Ι. (έτσι θα αποκαλώ τον Τρουσκόφσκσι, το ξάδερφό μου Αβενίρ Ιώσηφοβιτς, από δω και πέρα), από την 1η Ιανουαρίου του 1925 γίναμε Έλληνες πολίτες. Τον Ιούνιο του ίδιου έτους μετακομήσαμε στη Ταγγέρη, στη Διεθνή ζώνη του Μαρόκο, όπου με τη βοήθεια του συμμαθητή μου από το Γυμνάσιο κατάφερα να πάρω τη θέση  του επιθεωρητή στα έργα κατασκευής της σιδηροδρομικής γραμμής Ταγγέρη-Φες. Όταν φτάσαμε στον καινούργιο τόπο διαμονής, ο Α.Ι. κατάφερε εύκολα να βρει δουλειά ως σχεδιαστής στην ίδια την Εταιρεία, αλλά η ευμάρειά μας δεν ήταν μακρά: στα τέλη του ίδιου έτους, η εξέγερση της μαύρης φυλής Ριφ με αρχηγό τον Abd el-Krim πήρε τέτοιες διαστάσεις, ώστε η Εταιρεία αναγκάστηκε να λήξει τις εργασίες της, και όλοι οι υπάλληλοι απολύθηκαν χωρίς καμιά αποζημίωση. Οι συνθήκες ζωής στη Ταγγέρη ήταν πολύ ακατάλληλες και αναγκαστήκαμε να ζήσουμε δύσκολους καιρούς, ώσπου, εντελώς αναπάντεχα βρέθηκε μια θέση διακοσμητή στο θέατρο του κυρίου Λαράς στην ισπανική ζώνη του Μαρόκο και μετακομίσαμε στην Ισπανία, στη Σεβίλλη, όπου χάρη στη τεράστια ζήτηση για βεντάλιες, ζωγραφισμένες στο χέρι, εργαζόμενοι με «τέσσερα χέρια», καταφέραμε μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα να εξοικονομήσουμε το απαραίτητο ποσόν για να επιστρέψουμε στην Ελλάδα. Επιστρέφοντας στη Θεσσαλονίκη το 1927, συναντήσαμε μεγάλες αλλαγές. Η πόλη άρχισε να οικοδομείται ραγδαία, το εμπόριο και όλος ο τρόπος ζωής πήρε εντελώς άλλη τροπή λόγω της μετοίκησης των Τούρκων και των Βουλγάρων και της άφιξης των προσφύγων από τη Μικρά Ασία, γίνονταν μεγάλα έργα για την τακτοποίησή τους, και οι δυο μεγάλες Εταιρείες (δεν θυμάμαι – Εγγλέζοι ή Αμερικανοί) δραστηριοποιούνταν εντατικά στα έργα αποξήρανσης των ελών.  Είχαν ανάγκη από τεχνικό προσωπικό και για αυτή τη δουλειά από τη Γουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία κλήθηκαν δυο ομάδες Ρώσων τοπογράφων. Αφού φρεσκάρισα τις γνώσεις μου, που απέκτησα στη Στρατιωτική Σχολή και τις συμπλήρωσα με τη μελέτη του εγχειριδίου της γεωδαισίας, βρήκα εύκολα δουλειά στην Επιτροπή Εποικισμού. Στα δυο χρόνια εργασίας στον «Εποικισμό» έκανα παράλληλα μαθήματα στην Σχολή κατασκευής αυτοκινητοδρόμων και χωματόδρομων και γεφυρών, και, αφού παράτησα την υπηρεσία στον Εποικισμό, από το 1930 άρχισα να εργάζομαι στον κλάδο της οδοποιϊας, παίρνοντας τη συνειδητή απόφαση να αφιερώσω τη ζωή μου στην ανάπτυξη της χώρας, που μου έγινε τόσο αγαπητή. 
Όλα αυτά τα χρόνια ως τον πόλεμο με την Ιταλία, ήταν πολύ καλά για μας, δεν είχαμε ανάγκη από τίποτα. Δούλευα με μεγάλη χαρά στην οδοποπιία, αλλά και στην αποξήρανση των ελών και στην άρδευση των χωραφιών, στην ύδρευση των οικισμών και στη διανομή των χωραφιών για τους άκληρους αγρότες κ τ.λ., προσπαθώντας να επιλέγω τις θέσεις, όπου υπήρχε περισσότερη ανάγκη, χωρίς να αποφεύγω την εργασία σε  πολύ μακρινές και εξαιρετικά δύσκολες περιοχές.
Ο Α. Ι., τελειοποιώντας την τέχνη της ζωγραφικής με ακουαρέλες και λάδι, είχε άφθονες παραγγελίες για πίνακες, διαφημίσεις και άλλες γραφικές εργασίες. Ο Ιγκόρ, αφού τελείωσε το πρακτικό σχολείο, υπηρετούσε στο Ναυτικό, τέλειωσε εκεί τη Σχολή Ηλεκτροτεχνιτών και πήρε πτυχείο Ηλεκτροτεχνήτη Β΄τάξης. Με την αρχή του πολέμου, η ζωή μας δεν άλλαξε καθόλου. Αν και η Υπηρεσία της επαρχιακής οδοποιϊας διαλύθηκε, συνέχισα να εργάζομαι καθημερινά στο γραφείο ως νομομηχανικός. Την αλήστου μνήμης ημέρα της 6ης Απριλίου όταν οι Γερμανοί εξαπέλυσαν την επίθεση κατά της Ελλάδας, βρισκόμουν στα βουλγαρικά σύνορα, μεταξύ της Πρώτης και της Δεύτερης γραμμής Μεταξά, επιβλέποντας την κατασκευή της στρατηγικής οδού Ροσόπολης-Φράγμα Κερκίνης. Αυτή την πρώτη μέρα του νέου πολέμου συνεχίζαμε να δουλεύουμε κάτω από την επίθεση των στούκας και τα πυρά των πολυβόλων, ωσπου αργά το βράδυ διετάχθη να σταματήσουμε τις εργασίες και να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη.
Στη Θεσσαλονίκη οι Γερμανοί εμφανίστηκαν αργότερα: η αντίσταση στη Γραμμή Μεταξά, την οποία δεν περίμεναν, τους καθυστέρησε αρκετά. Με την αρχή της γερμανικής κατοχής, η εικόνα άλλαξε άρδην: χρειάστηκαν μόλις μερικές μέρες για να αδειάσουν τα καταστήματα και από την αγορά εμφανίστηκαν όλα τα τρόφιμα εκτός από τη λαχανίδα. Το καθημερινό συσσσίτιο – 150 γρ ψωμί – δεν ήταν πια τακτικό και η ποιότητά του όλο και χειροτέρευε, άρχισε να λειτουργεί η «μαύρη αγορά», οι τιμές της οποίας δεν ήταν προσιτές σε όλους. Πείνα και αβεβαιότητα παντού. Η δουλειά μου στο γραφείο του νομομηχανικού βρέθηκε υπό τον έλεγχο του γερμανικού
Landstrassebau (Γραφείο Οδοποπιίας) και πλέον ούτε εκείνη ήταν τακτική. Πλήρωναν ψίχουλα και παρείχαν πενιχρό συσσίτιο. Μας βοηθούσε κάπως η ύπαιθρος, όπου μπορούσαμε να βρούμε τίποτα φαγώσιμο και να αγοράσουμε κάποια τρόφιμα, αν και αυτό απαγορευόταν αυστηρώς.  Ο Α.Ι. δεν είχε δουλειά, οι πελάτες του δεν είχα λεφτά και τους Γερμανούς δεν τους ενδιέφερε η Τέχνη. Οι Γερμανοί πίεζαν τη νεολαία μας να γραφτεί στο Σώμα Ρώσων φρουρών (μετανάστες από τη Ρωσία, που πολεμούσαν στο πλευρό των Γερμανών κατά των ντόπιων ανταρτών – δημ της μτφ.), ακόμα και υπό την απειλή της επιστράτευσης.  Ο Ιγκορ, που γύρισε με τα πόδια από τον Πειραιά, όπου αναχώρησε με το στόλο, μαζί με κάποιους συνομήλικούς του αποφάσισε να φύγει στην Αυστρία, ως «ελεύθερος εργάτης». Μαζί του έφυγαν και οι γονείς του, για να μην χάσουν επαφή μαζί του. Αυτό το ταξίδι είχε τραγική κατάληξη για τον Ιγκόρ από δικό του λάθος, έσκασαν οι λέβητες στη φάμπρικά, όπου εργαζόταν. Καταδικάστηκε και αφού αποχαιρέτησε τους γονείς του, χάθηκε για πάντα. Δίχως αμφιβολία είτε εκτελέστηκε, είτε πέθανε σε ένα από τα στρατόπεδα του θανάτου. Όταν ο πόλεμος τελείωσε οι Τρουσκόφσκι επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη χωρίς αυτόν. 
Λίγο μετά το τέλος του πολέμου άρχισα να δουλεύω στην Υπηρεσία Συντηρήσεως και Συμπληρώσεων Υδραυλικών Έργων Μακεδονίας (Υ.Σ.Σ.Υ.Ε.Μ), στο παράρτημα των Σερρρών.  Η περιοχή ήταν ανασφαλής, μαινόταν ο Εμφύλιος, και σε κάθε ταξίδι εργασίας υπήρχε ρίσκο να πατήσω καμιά νάρκη είτε να βρεθώ ανάμεσα στα πυρά. Με περίμενε όμως μια ατυχία άλλης φύσεως: στις 6 Ιανουαρίου του 1950 έπαθα καρδιακή προσβολή και χρειάστηκαν εννέα μήνες για να συνέλθω. Αναγκάστηκα ν΄αφήσω την υπηρεσία μου, έληξε και η ασφάλεια μου στο ΙΚΑ. Μόλις ένιωσα ικανός να συνεχίσω να εργάζομαι, άρχισα να δουλεύω σαν ελεύθερος επαγγλματίας – τοπογράφος ή βοηθούσα στην εκτέλεση των τοπογραφικών σχεδίων που αναλάμβαναν γνωστοί μου.  Ήταν η εποχή της «φυγής» στην Αμερική, και ο Α.Ι. σκέφτηκε να δοκιμάσει την τύχη του στον Νέο Κόσμο. Χωρίς ιδιαίτερη όρεξη, μόνο και μόνο να μην αποχωριστώ τους Τρουσκόφσκι, αλλά και να γνωρίσσω τους καινούργιους τόπους, έκανα κι εγώ την αίτηση να μεταναστεύσω στην Αμερική. Η σειρά μας έφτασε στα μέσα του 1955. Για τους Τρουσκόφσκι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα, αλλά στους πνεύμονες μου βρέθηκαν κάτι σκιές, κάτι που στάθηκε εμπόδιο να πάρω τη θεώρηση. Μου δόθηκε αναβολή ενός έτους. Με μεγάλη δυσκολία κατάφερα να πείσω τους Τρουσκόφσκι να φύγουν χωρίς εμένα, αφού τους υποσχέθηκα, αν σταθώ τυχερός, να τους ακολουθήσω δίχως καθυστέρηση. Έφυγαν τον Ιούνιο του 1955, κι εγώ μετά από τις αναποτελεσματικές αναβολές δυο ετών , δεν κατάφερα να βρεθώ στην Αμερική κάτι για το οποίο δεν λυπάμαι καθόλου.
Οι Τρουσκόφσκι δούλεψαν στη Αμερική πέντε χρόνια – απαραίτητος χρόνια για να πάρουν σύνταξη – και επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1966, όπου λάμβανε τη σύνταξή του και συνέχιζε να δουλεύει με μεγάλη επιτυχία στον τομέα του, δημιουργώντας μια αξιόλογη σειρά από ακουαρέλες «Η Παλιά Θεσσαλονίκη» και από τοπία του Άθους. Δεν κατάφερε να διοργανώσει την προσωπική του έκθεση: εντελώς αναπάντεχα, στις 2 Νοεμβρίου του 1962, πέθανε από έμφραξη των αγγείων. Πέντε χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1967, έτυχε να θάψω τη γυναίκα του, Βαλεντίνα Βλαντίμιροβνα. Ενώ οι Τρουσκόφσκι ήταν στην Αμερική, πέθανε ο μεγαλύτερος μου αδερφός, που μετά από την Γαλλίπολη  βρέθηκε στη Βουλγαρία, και σχεδόν ταυτόχρονα με την Β.Β. Τρουσκόφσκι απεβίωσε και η μεγαλύτερη αδερφή μου, η οποία έμεινε στην Σοβιετική Ένωση. Έτσι έμεινα ολομόναχος. Στα μέσα του 1968 ολοκληρώθηκε η οικοδόμηση της δυόρωφης οικίας 28 διαμερισμάτων, που χτίστηκε με χρηματοδότηση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών για Ρώσους μετανάστες της Χαριλάου και δεν είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν ακίνητο. Σ’ αυτό το σπίτι βρέθηκε χώρος και για μένα. Η Διοίκηση του Σπιτιού ανατέθηκε από το Συμβούλιο στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων της Θεσσαλονίκης με σταδιακή παραχώρησή του στην Αδελφότητα:  τα διαμερίσματα θα περνούσαν στην ιδιοκτησία της Αδελφότητας, όταν θα τα «άδειαζαν» οι Ρώσοι. Αυτή η επιλογή δυστυχώς δεν ήταν καθόλου καλή και όταν η Αδελφότητα παραβίασε τη συμφωνία με το Συμβούλιο και το Καταστατικό του Σπιτιού, η ζωή των λιγοστών Ρώσων, που έμεναν ακόμα στο Σπίτι δυσκόλεψε πολύ.
Όλον αυτό τον καιρό συνέχιζα να εξασκώ το επάγελμά μου και σταμάτησα τη δουλειά, μόλις πάτησα τα 80 και κατάλαβα, ότι δεν είναι πλέον στις δυνάμεις μου να τη συνεχίζω. Τη τελευταία μου δουλειά – στο Αιγίνιο της Κατερίνης – την τελείωσα τον Ιούνιο του 1974, την ημέρα της επιστράτευσης με τα γεγονότα της Κύπρου. Μετά από αυτό, για κάποιο διάστημα, μέχρις ότου ψηφίστηκε ο Νόμος για τη σύνταξη του ΟΓΑ για όλους τους Έλληνες υπηκόους άνω των 70 ετών, αναγκάστηκα να βολεύομαι με το μικρό επίδομα από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, που έπαιρναν μέσω Πρόνοιας οι ανασφάλιστοι πρόσφυγες από τις Ανατολικές χώρες.  Μαζί με τη σύνταξη απέκτησα το δικαίωνα για δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Καταλήγοντας στο συμπέρασμα, ότι, με σπάνια εξαίρεση, οι άνθρωποι μέχρι το τέλος της ζωής τους έχουν την ανάγκη να είναι χρήσιμοι στην κοινωνία, σκέφτηκα, ότι ίσως μπορέσω να είμαι χρήσιμος και μετά θάνατο. Γι΄αυτό στις 28-2-1979 υπέγραψα την υπεύθυνη δήλωση, με την οποία χάριζα το σώμα μου μετά το θάνατό μου στο Ανατομικό Θέατρο της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης για να το χρησιμοποιήσουν για επιστημονικούς σκοπούς. Ιδιωτικά ζήτησα, όταν θα είναι πλέον άχρηστα τα φθαρτά υπολλείματα της γήϊνης μου «περιβολής», να τα κάψουν και τις στάχτες να σκορπίσουν στον Όλυμπο ή στον Χορτιάτη.
Εκτός της κύριας απασχόλησής μου, από το 1950 έπαιρνα ενεργό μέρος στις δραστηριότητες του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης των Ρώσων Μεταναστών στη Μακεδονία και τη Θράκη, και τα τελευταία δέκα χρόνια έκανα όλη τη μαύρη εργασία , δηλαδή, ήμουν υπεύθυνος της αλληλογραφίας, έγραφα σε τρεις γραφομηχανές με διαφορετική γραμματοσειρά,  έκανα συναλλαγές με τις τράπεζες, σήκωνα χρήματα από το λογαριασμό, που προορίζονταν για τη βοήθεια στους απόρους μετανάστες, και τα μοίραζα, έγραφα τα πρωτόκολλα των συνεδριάσεων κ.ο.κ. , ώστε οι Κύριοι, Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, να μην επιβαρύνονται από καμιά άλλη δουλειά, εκτός από το να ακούνε, να αποφασίζουν και να υπογράφουν τα Πρωτόκολλα και τις αποφάσεις.
«Κάθε πράγμα στον καιρό του», λέει η λαϊκή σοφία και δεν πρέπει να κάνει εντύπωση σε κανένα, ότι στα 92 μου χρόνια δυσκολεύομαι να κάνω απλές καθημερινές δουλειές και θέλω πια να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου σε πιο ευνοϊκές συνθήκες.
Γι’ αυτό το λόγο, αν μου επιτρέψετε εσείς και αν το θελήσει η μοίρα μου να βρώ απάγιο στον Οίκο σας, τίποτε καλύτερο δε θα φαντάζομαι πλέον για τον εαυτό μου.
Μάρτιος, 1986
Αλέξανδρος Στεπούρσκι

Από το βιβλίο της Ευγενίας Κριτσέφσκαγια Ρωσσικές σελίδες στην Ελληνική Ιστορία του 20ου-21ου αιώνα, στη ρωσική γλώσσα, Εκδ. KMG, ΑΘήνα, 2013

www