JA Teline V - шаблон joomla Форекс
24
Thu, Oct

Γεώργιος Κωστάκης – ο οδηγός της Ρωσικής Πρωτοπορίας

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Typography

Νίκος Σιδηρόπουλος

Στις 4 Ιουλίου στο νέο κτίριο της Πινακοθήκης  Τρετιακόφ της Μόσχας άνοιξε η Έκθεση αφιερωμένη στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γεωργίου Κωστάκη, ενός από τους μεγαλύτερους στον κόσμο συλλέκτες έργων τέχνης και δωρητή, που ανακάλυψε και διέσωσε τα αριστουργήματα της Ρωσικής Πρωτοπορίας. Η Έκθεση με τίτλο «Η εξαγωγή από την ΕΣΣΔ επιτρέπεται. 100 χρόνια του Γεωργίου Κωστάκη» θα διαρκέσει έως τις 31 Ιανουαρίου του 2014.

 

(Το παρακάτω ο άρθρο του δημοσιογράφου Νίκου Σιδηρόπουλου, Έλληνα της Μόσχας, ήταν αφιερωμένο στα 95χρόνια του Γεωργίου Κωστάκη)
Ακόμα και μια σίντομη περιγραφή της ζωής του εντυπωσιάζει. Αυτός ο άνθρωπος, που στην εποχή της συντηρητικής σταλινικής απολυταρχίας κατάλαβε την ανυπέρβλητη αξία της κυνηγημένης και περιφρονημένης Ρωσικής Πρωτοπορίας, δημιούργησε μια τεράστια συλλογή από «παντελώς άχρηστα πράγματα», όπως πίστευαν τότε, η οποία δυο δεκαετίες αργότερα μεταμορφώθηκε από «παπί» σε «πανέμορφο κύκνο» μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλου του κόσμου.
Ο Κωστάκης, ακόμα κι όταν έγινε ιδιοκτήτης ενός αμύθητου πλούτου, δεν «μετάλλαξε». Αγαπούσε εξίσου όλα τα έργα της συλλογής του, άσχετα από την αγοραστική τους αξία. Ούτε θεωρούσε τον εαυτό του μοναδικό δικαιούχο αυτών των θησαυρών και στο τέλος χάρισε το μεγαλύτερο τους μέρος στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ της Μόσχας.
Ο Γεώργιος Κωστάκης πέθανε στην Ελλάδα, η οικογένειά του μια ζωή διατηρούσε την ελληνική υπηκοότητα, αλλά το μεγαλύτερο και ίσως το σημαντικότερο μέρος της ζωής του πέρασε στη Μόσχα, όπου ο συλλέκτης διέπραξε τον άθλο του – διέσωσε, διαφύλαξε την Πρωτοπορία, έγινε φύλακας-άγγελος του ρωσικού πολιτισμού. Η οικογένεια του θρυλικού συλλέκτη πάντα ζούσε στον κόσμο παράλληλο επίσημης κουλτούρας, και ζητήσαμε να μας μιλήσει γι’ αυτήν η κόρη του Κωστάκη, Ναταλία Κωστάκη, η οποία ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα της, ασχολήθηκε με την τέχνη.
– Η ζωή σε ένα τέτοιο περιβάλλον σαφώς και διαμόρφωσε τα ενδιαφέροντά σας;
-    Μεγάλωσα σε ένα σπίτι με τόσα διάσημα ονόματα, με τόσους μεγάλους ζωγράφους, που ήταν πολύ δύσκολο, πιστέψτε με, να βρώ τη θέση μου στην ενηλικη ζωή.
-    Εσείς τί ήσασταν για όλους αυτούς τους ανθρώπους;
-    Ήμουν και είμαι η κόρη του Κωστάκη. Χάρη σ΄αυτό δίπλα μου βρίσκονται οι άνθρωποι που ήταν και δίπλα του, κράτησα όλες τις επαφές, όλες τις γνωριμίες του πατέρα μου. Από την ημέρα που γεννήθηκα βρίσκομαι σ’ αυτό το περιβάλλον, εκεί μένω, εκεί υπάρχω. Το σπίτι μας πάντα επισκέπτονταν ζωγράφοι, κριτικοί τέχνης, μουσικοί, διπλωμάτες. Η μαμά μου, παρόλο που δεν έχει σπουδάσει μουσική, τραγουδούσε ρωσικές ρομάντζες σαν επαγγελματίας τραγουδίστρια, ο πατέρας συχνά τη συνόδευε με κιθάρα. Ο πατέρας μου είχε τη δυνατότητα να αγοράζει όποια τρόφιμα ήθελε, μια και δούλευε στην πρεσβεία, πληρωνόταν σε συνάλλαγμα και ψώνιζε από τα περίφημα καταστήματα «Μπεριόζκα». ‘Ετσι το τραπέζι μας ήταν πάντα στρωμένο για όλο τον κόσμο.  Η μαμά μου, Ζηναϊδα Σεμιόνοβνα, ήταν άψογη μαγείρισσα.
Ζούσαμε στη λεωφόρο Βερνάντσκι 59, στα τρία ενωμένα διαμερίσματα του 15ου ορόφου. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με πίνακες, και αυτός ο κόσμος σε ρουφούσε, σε ανάγκαζε να ζεις σύμφωνα με τους κανόνες του. Μπορείτε να φανταστείτε την εκπληκτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στο σπίτι μας. Είχαμε τόσους καλεσμένους, που βολεύονταν μόνο στο χαλί, κάτω. Πάντα ωραία φαγητά, συζητήσεις γύρω από την τέχνη, αστεία. Όλοι, ανεξαρτήτως της κοινωνικής τους θέσης, ήταν ευπρόσδεκτοι εδώ. Έρχονταν και ξένοι. Και πάντα στον οροφό μας βρίσκονταν οι πανταχού παρόντες άνθρωποι της ΚαΓκεΜπε.  Ήταν σαφώς και ανάμεσα στους φιλοξενούμενούς μας.
-Εσείς έχετε μάθει να ξεχωρίζετε τους ανθρώπους «της τάξης»;
-Δεν κρίβονταν κιόλας...Τις ημέρες που περιμέναμε τις επισκέψεις των ξένων, έπρεπε να υποβάλουμε τη λίστα με τα ονόματά τους, μερικά από αυτά «κόβονταν» στις «εξετάσεις». Το σπίτι μας ήταν τρομερά δημοφιλές. Θυμάμαι, μετά από την αναχώρηση του πατέρα μας στην Ελλάδα, μας επισκέφθηκε ένας Αμερικανός και μας έδειξε τον οδηγό με σημειωμένα εκεί βασικά αξιοθέατα της Μόσχας. Μεταξύ τους ήταν και η διεύθυνση του σπιτιού μας
– Η ιδιωτική γκαλερί Κωστάκη ήταν ένα από τα «ανώμαλα» φαινόμενα της πρωτεύουσας του σοσιαλιστικού κράτους ...Για την ύπαρξή της γνώριζαν και οι άλλοι, εκτός από τις αρχές;
– Καταλαβαίνω, τι θέλετε να πείτε. Όχι, δεν υπήρχε καμιά ασφάλεια στο σπίτι. Δηλαδή, είχαμε συναγερμό, αλλά δεν ήταν συνδεδεμένος με την αστυνομία. Μας λήστεψαν πριν φύγει ο πατέρας για την Ελλάδα. Η μεγάλη πυρκαγιά στο εξοχικό μας το 1976 κι αυτή η ληστεία επέσπευσαν την αναχώρηση του πατέρα μου. Πρώτοι έφυγαν οι γονείς μου με τον αδερφό μου Αλέξανδρο. Μετά – οι αδερφές μου. Η απόφαση ήταν επιβεβλημένη: από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 υπήρχαν φόβοι για την ασφάλεια των μελών της οικογένειας. Συνεχείς απειλές, συκωφαντίες, εκβιασμοί …Ευτυχώς, μας προστάτευε κάπως η ελληνική υπηκοότητα του πατέρα μου και η συνεργασία του στην αρχή με την ελληνική και μετά – με την καναδέζικη πρεσβεία.
Στα χρόνια της τρομοκρατίας έχουν συλλάβει τη μισή οικογένεια – τη γιαγιά, την θεία, τον μικρότερο αδερφό του πατέρα μου – με την κατηγορία απόπειρας δολοφονίας κατά του στρατάρχη Σεμιόν Μπουντιένι. Η γιαγιά και η θεία βγήκαν γρήγορα λόγω της ηλικίας, αλλά ο αδερφός του πατέρα μου κινδύνευε αρκετά, Ήταν 19 χρονών παιδί και κόντεψε να τρελαθεί στην φυλακή.  Στο τέλος ο πατέρας μου κατάφερε να τον γλιτώσει. Ο πατέρας μου προσπάθησε και τότε να φύγει στην Ελλάδα. Του είπαν, ότι μπορεί αν θέλει να φύγει, αλλά η οικογένειά του θα μείνει πίσω, μια και η μαμά μας ήταν Ρωσίδα.
-    Πως έγινε, ότι ο υπήκοος της Ελλάδας Γεώργιος Κωστάκης, αναγκασμένος να μεταναστεύσει από τη Σοβιετική Ένωση δεν έφυγε αμέσως στην Ελλάδα...
-    Δεν αποφάσισε, πού θα έφευγε. Σχεδίασε να φύγει στην Αμερική, όπου θα μπορούσε να τακτοποιηθεί ευκολότερα με το εναπομείναντα μέρος της συλλογής του, μια και εργαζόταν επί πολλά χρόνια στην καναδέζικη πρεσβεία. Στην Αμερική τον γνώριζαν, την επισκεπτόταν προσκεκλημένος  των Μουσείων και των Πανεπιστημίων, όπου έκανε διαλέξεις. Αλλά στο τέλος αναγκάστηκε να επιλέξει την Ελλάδα, γιατί στην Αμερική θα πλήρωνε για τη συλλογή του έναν υπέρογκο φόρο. Εκτός από την Πρωτοπορία ο πατέρας άφησε στην Πινακοθήκη της Μόσχας τη συλλογή πήλινων και ξύλινων παιχνιδιών, την οποία δε θεωρούσε εξ’ολοκλήρου δική του, γιατί την αγόρασε έτοιμη, όπως ήταν. Ο κύριος στόχος του ήταν η διάσωση των καλύτερων έργων και η παράδωσή τους στα Μουσεία. Τη μισή ζωή του την άφησε τότε εδώ, στη Σοβιετική Ένωση, μαζί με τους πίνακες. Πάντα ήθελε να διατηρήσει τη συλλογή ολόκληρη, όπως ήταν. Καταλάβαινε, ότι μπορεί να έρθει η ώρα και τα παιδιά του θα διαμελίσουν τη συλλογή, και τότε θα έρθει το τέλος της.
-    Ο πατέρας σας άφησε διαθήκη;
-    Όχι. Την απόφασή του να παραδώσει τη συλλογή στο κράτος ο πατέρας μου την ανακοίνωσε από τη «Φωνή της Αμερικής», όταν ήταν στις ΗΠΑ.
- Διαφορετικοί άνθρωποι εκτιμούν διαφορετικά τη δράση του Γεωργίου Κωστάκη... Κάποιοι ερευνητές τον θεωρούν ευεργέτη απέναντι στην κοινωνία και στους καλλιτέχνες, άλλοι, όσον αφορά το τελευταίο κομμάτι, κρίνουν όσα έχει κάνει αλλιώς.
-    Ξέρετε, ένας ζωγράφος – και τότε και τώρα – πολύ δύσκολα γίνεται περιζήτητος. Ακόμα κι εκείνοι, που θεωρούνται επιτυχημένοι. Όταν ο πατέρας μου ξεκίνησε να συλλέγει την Πρωτοπορία, λίγοι καταλάβαιναν, τί αντιπροσωπεύει και γιατί ο Κωστάκης ασχολείται μαζί της. Τότε τα έργα αυτά δεν κόστιζαν τίποτα. Τον Μαλέβιτς και τον Καντίνσκι τους είχαν ακουστά, αλλά για δεκάδες άλλους εκπροσώπους της Ρωσικής Πρωτοπορίας δεν είχαν ιδέα. Και ο πατέρας μου τους είχε διασώσει στην κυριολεξία για τις επόμενες γενεές. Έλεγαν μάλιστα: «Πηγαίνετέ τα στον βλάκα τον Έλληνα, αγοράζει τα πάντα». Και του τα πήγαιναν! Ο πατέρας μου ξόδευε όλα του τα χρήματα. Έψαχνε και έβρισκε. Του τα έβγαζαν από παλιές σοφίτες και τα υπόγεια, πράγματα που τα θεωρούσαν άχρηστα.

 

Οι συναλλαγές από την ανάποδη*
«Οι πίνακές μου ήταν σαν τα παιδιά μου. Όταν έπρεπε να τους αποχωριστώ, σκεφτόμουν με πόνο, ότι το κάθε πράγμα που θα χάσω – είναι ένα κομμάτι από τον εαυτό μου και θα πληγωθώ πολύ.
Σαν όμως ήρθε η ώρα, παρέμενα ψύχραιμος, εκπλήσσοντας τη γυναίκα και τα παιδιά μου. Ήρθε ο Μάνιν, υποδιευθυντής της Πινακοθήκης Τρετιακόφ και ξεκίνησε η μοιρασιά...
Πρέπει να πω, ότι ο Μάνιν ήταν ευγενέστατος άνθρωπος, Καμιά φορά καυγαδίζαμε. Μου έλεγε: «Αφήστε το για σας», κι εγώ απαντούσα «Όχι, πρέπει να το πάρετε, γιατί είναι το μοναδικό κομμάτι και δεύτερο τέτοιο δεν υπάρχει» . Έτσι ήταν, για παράδειγμα, με τον αγαπημένο μου Κλιούν, με το ανάγλυφό του «Τοπίο που τρέχει», το οποίο λάτρευα.  Ήξερα, ότι αυτός ο Κλιούν είναι μοναδικός και δεν ήθελα να το πάρω, επέμενα να το πάρει το Μουσείο.
Κάπως έτσι μοιράζαμε τα πράγματα... Σκεφτόμουν: εγώ, ο Γεώργος Κωστάκης, πράγματι έκανα σπουδαία δουλειά, Αλλά γιατί την έκανα; Για ποιόν; Για τον εαυτό μου; Όχι. Η ζωή του ανθρώπου είναι πολύ σύντομη. Θα περάσουν δέκα, άντε είκοσι χρόνια, θα φύγω από τη ζωή, και τί θα λένε για μένα;...
Πάντα πίστευα, ότι έκανα καλό, μαζεύοντας  αντικείμενα που σε άλλη περίπτωση θα είχαν χαθεί ή πεταχτεί – από αδιαφορία ή από αμέλεια. Έσωσα έναν μεγάλο θησαυρό. Αλλά αυτό δε σημαίνει, ότι πρέπει να ανήκει σε μένα, αλλά σε κάποιον που πράγματι δικαιούται να το κληρονομήσει – στη Ρωσία και το ρωσικό λαό! Ο ρωσικός λαός δεν πρέπει να υποφέρει επειδή οι άνθρωποι που βρίσκονται στην εξουσία είναι ανίδεοι. Έτσι έχω παραδώσει τους θησαυρούς μου. Ήταν πολύ ευκολο να πάρω εγώ τα καλύτερα. Θα μπορούσα να πάρω τον Μαλέβιτς, το «Πορτραίτου του Ματιούσιν», θα μπορούσα να δώσω μερικούς Λαριόνοφ, κάτι ακόμα και να πάρω τον Μαλέβιτς. Δεν τον πήρα, γιατί όσο ζούσα στη Ρωσία και έφτιαχνα τη συλλογή μου, είχα πολλούς φίλους, που με σέβονταν. Και σκέφθηκα, τί θα πουν οι φίλοι μου, αν πάρω τα καλύτερα; Θα πουν, ότι ο Κωστάκης δεν αγωνιζόταν για την τέχνη, αλλά για το συμφέρον του, και γνωρίζοντας την αξία των πινάκων, αυτός ο αλήτης πήρε τα καλύτερα πράγματα και τα έβγαλε από τη Ρωσία. Θα με κατηγορούσαν ακόμα και οι δικοί μου άνθρωποι. Έπραξα κατά συνείδηση και πιστεύω, ότι ήμουν σωστός».

– Μια φορά, σε ένα από τα σπίτια ο πατέρας σας ανακάλυψε έναν πίνακα, πού κάλυπτε το παράθυρο αντί για τζάμι…
– Ήμουν παρούσα τότε, με είχε πάρει μαζί του ο πατέρας μου. Πήγαμε στην πόλη Ζβενίγκοροντ, σε κάποιον συγγενή της Λιουμπόφ Ποπόβα. Ο πατέρας μου ήξερε, ότι εκείνος είχε κάποια από τα έργα της. Ένα από αυτά κάλυπτε το παράθυρο της καλύβας στην αυλή. Αμέσως πήγαμε να ψάξουμε για κόντα πλακέ, δυσεύρετο εκείνη την εποχή. Μια παρόμοια φανταστική ιστορία συνέβη και με το «Αφηρημένο σχέδιο» του Ρόντσενκο, το οποίο ο πατέρας μου κατέβασε από το τραπέζι, όπου εκτελούσε χρέη τραπεζομάντηλου! Γι’ αυτό ακριβώς δεν στέκουν οι ισχυρισμοί, ότι  ο πατέρας μου «έγδυνε» τους ζωγράφους, τους έπαιρνε τους πίνακες αντί πινακίου φακής. Κοιτάξτε, και σήμερα οι ζωγράφοι που εκτιμούν ακριβά τα έργα τους, δυσκολεύονται να τα πουλήσουν, άρα η ζωή τους δεν είναι στρωμένη με ρόδα. Δυσκολεύονται, γιατί σήμερον ημέρα δεν υπάρχουν πολλοί συλλέκτες, έτοιμοι να επενδύσουν σε έργα τέχνης..
-... οι περισσότεροι αγοράζουν έργα ήδη καταξιωμένων ζωγράφων.
– Ακριβώς. Με τον πατέρα μου συνέβη το εξής: δεν διέσωσε μόνο για τις μελλοντικές γενεές τα έργα πολλών ζωγράφων, αλλά ανακάλυψε και πολλά καινούργια ονόματα. Για παράδειγμα, εκείνος ανακάλυψε τον Αλεξάντρ Ντρέβιν. Παραδοσιακά εκτιμούσαν τη δουλειά της γυναίκας του, της Ναντέζντα Ουνταλτσόβα. Ο πατέρας μου πήγε σπίτι τους να δει τα έργα της Ουνταλτσόβα και όταν είδε τους πίνακες του Ντρέβιν, ενθουσιάστηκε πολύ. Ήταν καθαρά η δική του αποκάλυψη. Τη δεκαετία του ΄50 ήταν οι Πλαβίνσκι, Ριάμπιν, Κρασνοπεύτσεφ, Βέισνπεργκ και πολλοί άλλοι. Τη δεκαετία του ΄60 – οι Βλαντιμίρ Γιάκοβλεφ, Ίγκορ Βούλοχ, Μπορίς Σβέσνικοφ και άλλοι. Ανάμεσα στους νεαρούς ζωγράφους ο πατέρας μου είχε τους αγαπημένους του - τους Δημήτρη Κρασνοπεύτσεφ και τον Ανατόλι Ζβέρεφ. Με τον πρώτον τον συνέδεε μια μακρόχρονη φιλία, και τον Ζβέρεφ τον αγαπούσε σαν τον γιο του. Συχνά ζούσε στο σπίτι μας και στο εξοχικό μας. Ήμουν τότε 10 ετών. Ο Ανατόλι μπορούσε μέσα σε μια μέρα να φτιάξει δεκάδες έργα – με λάδι, με ακουαρέλες, με μολύβι. Μας επισκεπτόταν και μετά την αναχώρηση του πατέρα μου στην Ελλάδα, το 1978 και ως το θάνατό του το 1986. Εγώ και ο άνδρας μου τον φροντίζαμε γιατί συχνά κυκλοφορούσε ντυμένος σαν άστεγος.  Δεν είχε απολύτως τίποτα, του έδινα τα ρούχα του μπαμπά μου και του αγοράζαμε εσώρουχα. Έφευεγε από μας καθαρός και περιποιημένος, αλλά σε μια εβδομάδα ξαναερχόταν κουρελιασμένος – είτε τον έκλεβαν, είτε τα πουλούσε για να πιεί. Ο πατέρας μου ανησυχούσε πολύ γι’ αυτόν και κάθε φορά που μας τηλεφωνούσε από την Ελλάδα, ρωτούσε τί κάνει ο Τόλης του.
– Πώς ξεχωρίζουμε έναν απλά καλό ζωγράφο από έναν μεγαλοφυή καλλιτέχνη;
– Ξέρετε ποιά ήταν η χειρότερη βρισιά του πατέρα μου σχετικά με τους ζωγράφους; Επίγονος! Όταν ο ζωγράφος μιμείται, όταν δεν έχει τίποτα δικό του. Ο ζωγράφος πρέπει να έχει προσωπικότητα, πρέπει να έχει δικό του, ξεχωριστό γραφικό χαρακτήρα.
– Εσείς ξεκινήσατε να ζωγραφίζετε στην  Ελλάδα;
– Ναι. Ούτε στη Ρωσία, ούτε στην Αυστρία, αλλά στην Ελλάδα! Πιθανον, «ενεργοποιήθηκε» το αίμα των προγόνων. Εκεί, στην Ελλάδα υπάρχει πολύ ισχυρή ενεργεια. Την εκπέμπει η Ακρόπολη, την αισθάνομαι στους Δελφούς. Μου κάνει πολύ καλό να ζωγραφίζω πορτραίτα των απλών Ελλήνων και Ελληνίδων. Και ο πατέρας μου άρχισε να ζωγραφίζει στην Ελλάδα, έφτιαξε εκεί με λάδι πάνω από 200 πίνακες – ελληνικά και ρωσικά τοπία, ρωσικά χωριά. Ζωγράφιζε και με νερομπογιές. Τα πρώτα του έργα ο πατέρας ζωγράφισε στη Ρωσία, το 1959, στο εξοχικό, όταν μαζί μας ζούσε εκεί και ο Ζβιέρεφ. Αλλά τότε όλος ο κόσμος δοκίμαζε να ζωγραφίζει. Οι αδερφές μου, εγώ, ο αδερφός μας Αλέξανδρος. Από εκείνη την εποχή έμειναν μερικά σχέδια, πολλά έργα χάθηκαν στην πυρκαγιά στο εξοχικό, όπου ο πατέρας αποθήκευε τα έργα της συλλογής. 
– Έγινε γνωστό, τί έχει προκαλέσει την πυρκαγιά το 1976;
– Ήταν αναμφισβήτητα εμπρισμός. Ώς είθισται, οι υπεύθυνοι δεν βρέθηκαν ποτέ. Για τον πατέρα μου ήταν ένα τρομερό χτύπημα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου τον είδα να κλαίει. Χάθηκαν πολλά καλά έργα, πολλά έργα του Ζβέριεφ, μεταξύ τους ήταν και τα «γαλλικά» του έργα.
– Ο πατέρας σας διατηρούσε επαφές με τους συναδέλφους-συλλέκτες;
– Ναί, εννοείται. Συζητούσαν για τις αγορές τους. Στην Αγία Πετρούπολη ήταν ο Τσουντνόφσκι, εδώ, στη Μόσχα – οι Ζντανόβιτς, Σολομόν Σούστερ, Ηλία Ζίλμπερστέιν.
– Είχε φίλους ανάμεσα στους συμπατριώτες;
– Ο μοναδικός του φίλος Έλληνας ήταν ο Δημήτρης Απαζίδης, παιδικός του φίλος. Εργαζόταν στην Σουηδική Πρεσβεία, ασχολήθηκε επίσης με τη συλλογή εικόνων και πινάκων. Εκείνος έφυγε με την οικογένειά του στη Σουηδία λίγο προν φύγουν οι γονείς μου για την Ελλάδα. Ήταν φίλοι έως το θάνατο.

Ο Συλλέκτης για τη σοβιετική εξουσία και την Πρωτοπορία
Όπως έλεγε ο Κωστάκης, οι μπολσεβίκοι και η σοβιετική εξουσία δεν έφταιγαν για το τέλος της Πρωτοπορίας. Ισχύει μάλιστα το αντίθετο! Η επαναστατική κυβέρνηση στήριζε την πρωτοποριακή τέχνη και έως τις αρχές της δεκαετίας του ΄20 η Πρωτοπορία άνθιζε στη Ρωσία.
Μετά σταδιακά η ελευθερία των καλλιτεχνών άρχισε να περιορίζεται μέχρι την τελική στροφή του Στάλιν στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό. Για την απολυταρχία η επαναστατική τέχνη δεν ήταν μόνο αχρηστη, αλλά και επικίνδυνη. Η Πρωτοπορία δηλαδή κατάφερε να ζήσει μια σύντομη, αλλά λαμπρή ζωή. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι κάηκε ολοσχερώς μέσα στην δημιουργική ενέργεια, την οποία είχε απελευθερώσει η ίδια. Να τί γράφει ο ίδιος ο συλλέκτης:
«Πιστεύουν ότι η σοβιετική εξουσία κατέστρεψε την Πρωτοπορία. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Για το θάνατο της Πρωτοπορίας ευθύνονται πολλοί παράγοντες. Ένας απο αυτούς είναι ότι οι ζωγράφοι αποθαρρύνθηκαν: πρίν την Επανάσταση δεν είχαν καμιά απήχηση, μετά ήρθε η σιβιετική εξουσία και η Επανάσταση, που τη στήριξαν δυο-τρία χρόνια, αλλά ο λαός τους αγνοούσε και πάλι. Και η δεύτερη αιτία είναι η ασυμφωνία στο περιβάλλον των ίδιων των ζωγράφων. Γι’ αυτό, όταν ο Στάλιν αποφάσισε να αποτελειώσει την Πρωτοπορία και να επιβάλει τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό, το έδαφος ήταν ήδη καλά προετοιμασμένο.
Πιστεύω, ότι η Πρωτοπορία θα έσβηνε έτσι κι αλλιώς. Αυτό δεν συνέβη μόνο στη Ρωσία, αλλά και σε άλλες χώρες.  Ακούμε συνήθως: «Οι μπολσεβίκοι κατέστρεψαν ό, τι στη Δύση συνέχισε να αναπτύσσεται...» Λάθος. Δεν έφταιγαν οι μπολσεβίκοι, αλλά ή ίδια η εποχή. Ο μοντερνισμός κυνηγήθηκε και στη Δύση – στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, με μόνη διαφορά, ότι εκεί δεν έβαζαν τους ζωγράφους στην φυλακή, απλά δεν τους αναγνώριζαν. Ας θυμηθούμε τους ζωγράφους σαν τον Μοντριάν, τον Κλεέ, τον Κούμπκα και πολλούς άλλους. Ήταν πολύ φτωχοί και κανείς δεν τους ήθελε...
Ενδιαφέρον για την Πρωτοπορία εκδηλώθηκε 16-18 χρόνια πριν, και πιστεύω, ότι αυτό συνέβη, επειδή τα τελευταία χρόνια η επιστήμη και η τεχνολογία εξελίχθηκεν ραγδαία και άλλαξε ο ίδιος ο κόσμος. Γι’ αυτό έδειξαν ενδιαφέρον για τη σύγχρονη τέχνη, που είχε άμεση σχέση  μ’ αυτή την εξέλιξη…»
*
– Ο πατέρας σας ήρθε στην Ελλάδα το 1979. Ασχολήθηκε αμέσως με το μέλλον της συλλογής, που έβγαλε έξω;
– Ήθελε να διοργανώσει μια μεγάλη έκθεση, αλλά αυτό αργούσε, κάτι που τον στεναχωρούσε αφάνταστα. Ήδη μετά το θάνατο του πατέρα μας το 1990, η αδερφή μου Αλίκη ξεκίνησε πάλι τη συζήτηση για το μέλλον της συλλογής. Ήταν η θέληση του πατέρα, να μην σκορπίσει η συλλογή. Το 1996 το μέλλον της αποφασίστηκε, και σήμερα η συλλογή Κωστάκη βρίσκεται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Μερικά χρόνια πριν γνώρισα στη Μόσχα τη διευθύντριά του, την Μαρία Τσαντσανόγλου. Ενδιαφέρων άνθρωπος, που αφιέρωσε 15 χρόνια των ερευνών της στη Ρωσία στη μελέτη της Ρωσικής Πρωτοπορίας. Με την Μαρία συνεργάζεται στενά η αδερφή μου Αλίκη.
– Στην οικογένειά σας μιλούσαν ελληνικά;
– Δυστυχώς όχι. Ο πατέρας μου ήξερε ελληνικά αρκετά καλά, ήταν η γλώσσα που μιλούσε με την μητέρα του, τ’ αδέρφια του. Ο πατέρας του πέθανε πολύ νωρίς, στις αρχές της δεκαετίας του ΄30, στην ηλικία 57 ετών. Δεν άντεξε το χαμό του μεγαλύτερου γιου του Σπυρίδωνα στους αγώνες μοτοσικλέτας. Η γιαγιά μου Ελένη ήταν μορφωμένος άνθρωπος, καταγόταν από την οικογένεια Ελλήνων ευπατριδών. Οι γονείς της γιαγιάς μου χώρισαν κι εκείνη βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη κι αργότερα – στη Τασκένδη. Εκεί γνώρισε τον παππού .
– Και όσον αφορά τους Έλληνες ζωγράφους της Ρωσίας...
– Έχω ακούσει για τον Νίκο Μαστερόπουλο, ήξερα, ότι δουλεύει σε κάποια Μονή και ασχολείται με τα ψηφιδωτά, δεν ήξερα όμως, ότι ασχολείται και με το σμάλτο. Έχω δει τα έργα του σε μια έκθεση, απίστευτη δουλειά, ενός πραγματικού μαιτρ.
– Ο πατέρας σας έχει ξαναέρθει από τότε στη Ρωσία;
– Έχει επισκεφτεί τη Μόσχα το 1986, οκτώ χρόνια μετά την μετανάστευσή του, στην οποία ουσιαστικά εξαναγκάστηκε. Ήρθε με την πρόσκληση του Υπουργείου Πολιτισμού, ως τιμώμενο πρόσωπο στα εγκαίνια της Έκθεσης της συλλογής του στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ.
Πιστεύω, ότι η αφορμή για την πρόσκληση στάθηκε η επιστολή στο Υπουργείο του Αντρέι Αντρέγιεφ, φίλου του αδερφού μου Αλέξανδρου, την οποία έχουμε υπογράψει και οι τρεις. Η επιστολή έλεγε, ότι στα εγκαίνια της Έκθεσης της συλλογής του Γεωργίου Κωστάκη θα ήταν λογικό να καλέσουν τον ίδιο. Αν ο πατέρας μου είχε μάθει γι΄αυτή την επιστολή...
Τέλος πάντων, ό, τι είχε σχέση με τη συλλογή, ήταν κομμάτι της ζωής του. Αυτό που έκανε ήταν άθλος. Είχε αλάνθαστο ένστινκτο. Και η απόφαση να παραδώσει τη συλλογή του στην Πινακοθήκη Τρετιακόφ της Μόσχας πάρθηκε συνειδητά και αβίαστα: οι πίνακες που διασώθηκαν, έπρεπε να ανήκουν στη Ρωσία και τον ρωσικό λαό.
*Από το βιβλίου του Γεωργίου Κωστάκη Η Πρωτοπορία μου, Мόσχα 1993

www